Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Η Οδύσσεια ενός προσφυγόπουλου (έμμετρο θεατρικό)



 
ΠΡΟΣΩΠΑ: Προσφυγόπουλο, Αδιάφοροι, Καλοντυμένοι, Ανάγωγοι, Στριμωγμένοι, Μπερδεμένοι, Κουνελοφάγοι- όλοι οι ρόλοι μπορούν να γίνουν από περισσότερα του ενός άτομα)

ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ

 (Το προσφυγόπουλο είναι  σε μια βάρκα με το όνομα ΕΛΠΙΔΑ. Κάνει κουπί. Κρατά ένα σακίδιο κι ένα κουνέλι, τον Κούκι. Θα περάσει από διάφορες χώρες, που μπορεί να βρίσκονται σε διάφορα σημεία της σκηνής.)

Έφυγα απ’ την πατρίδα μου
απ’ το μικρό χωριό μου
γονείς και φίλους έχασα
κι ό,τι είχα για δικό μου.

Όλα χαθήκαν, έσβησαν
μέσα σε μία μέρα
στάχτη γινήκαν, σκόρπισαν
κομμάτια στον αέρα

Πήρα τη βάρκα του παππού
τον Κούκι που αγαπάω
μερόνυχτα ταξίδεψα
χωρίς μπουκιά να φάω

Ψάχνω μια χώρα άλλη πια
να βρω να κατοικήσω,
να κάνω μια καινούργια αρχή
κάπου κι εγώ να ζήσω.

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ  ΑΔΙΑΦΟΡΩΝ
(Αράζει κάπου. Κατεβαίνει και πλησιάζει ένα άτομο, το οποίο μονολογεί μετρώντας χρήματα, δίχως να δίνει καμιά σημασία στο παιδί)

-Παρακαλώ, μήπως μπορώ
να μείνω εδώ, να ζήσω;

-Νομίζω πως χρειάζομαι
καινούργιο κινητό- (ένα, δυό…)
καινούργια τηλεόραση,
καινούργιο φορητό-( πενήντα, εκατό…)

-Παρακαλώ, μήπως μπορώ
να μείνω εδώ, να ζήσω;

(Σημασία . Τον αφήνει να μετρά και μπαίνει πάλι στη βάρκα, με απογοήτευση)

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ  ΣΤΡΙΜΩΓΜΕΝΩΝ
(Αράζει  κάπου που ζούνε άνθρωποι με ένα σωρό πράγματα γύρω τους,  ανάμεσά τους)

-Παρακαλώ, μήπως μπορώ
να μείνω εδώ, να ζήσω;

-Μα και βέβαια θα μπορούσες
…αν χώρο είχαμε οι καημένοι,
μα, όπως βλέπεις και εσύ,
είμαστε …στριμωγμένοι.

(Το προσφυγόπουλο δοκιμάζει να μετακινήσει ένα αντικείμενο για να χωρέσει, όμως είναι δεν γίνεται και τελικά φεύγει με απογοήτευση)

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ  ΚΑΛΟΝΤΥΜΕΝΩΝ
(Αυτοί  βγάζουν από σακούλες και προσφέρουν στο παιδί κάτι αταίριαστα, τεράστια παπούτσια και  ρούχα)

-Παρακαλώ, μήπως μπορώ
να μείνω εδώ, να ζήσω;

-Εδώ να ζήσεις δεν μπορείς
διότι …δεν ταιριάζεις.
Παπούτσια όμως σου δίνουμε
και ρούχα για  ν’ αλλάζεις.

(Δοκιμάζει τα άσχετα ρούχα και παπούτσια, τα αφήνει και φεύγει με απογοήτευση πάλι)

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ  ΑΝΑΓΩΓΩΝ
(Εδώ γίνεται δεκτό… υπό όρους. Εξετάζουν σχολαστικά κάθε λεπτομέρεια του σώματός του, με τρόπο ανάγωγο και υποτιμητικό)

--Παρακαλώ, μήπως μπορώ
να μείνω εδώ, να ζήσω;

-Βεβαίως, έλα εδώ, μπορείς,
αρκεί… γλώσσα ν’ αλλάξεις
τα ρούχα σου και το μαλλί,
το δέρμα σου… να βάψεις.

(Πιάνει το πρόσωπο  με τρόμο και φεύγει κι από εδώ)

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΜΠΕΡΔΕΜΕΝΩΝ
(Εδώ το παιδί είναι ευπρόσδεκτο, αλλά χωρίς αποτέλεσμα ουσιαστικό, διότι οι κάτοικοι πάνε πέρα δώθε αναποφάσιστοι και ανοργάνωτοι, χωρίς να βρίσκουν λύση )

-Παρακαλώ, μήπως μπορώ
να μείνω εδώ, να ζήσω;

-Μα…φυσικά…οπωσδήποτε…
να κάτσεις…ή… καλύτερα…
μα.. όχι.. για περίμενε…
εδώ κοντά… ή… μακρύτερα.

(Το προσφυγόπουλο τούς ακολουθεί από δω κι από κει ώσπου τους χάνει τελικά και γυρίζει στη βάρκα)

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΚΟΥΝΕΛΟΦΑΓΩΝ
(Αράζει εδώ όπου κάποιοι μαγειρεύουν σε  μια μεγάλη κατσαρόλα)

-Παρακαλώ, μήπως μπορώ
να μείνω εδώ, να ζήσω;

-Πέρασε, όμως δώσε μας
αυτό εδώ στον κάδο
κι εμείς θα σε ταΐσουμε
λίγο … λαγό στιφάδο.

(Προσπαθούν να αρπάξουν το κουνέλι. Το προσφυγάκι τούς αποφεύγει σφίγγοντας στην αγκαλιά  τον Κούκι. Καταφέρνει να μπει  στη βάρκα. Κάνει κουπί μονολογώντας)

-Τόπο δε βρίσκω πουθενά
μια πόλη, ένα χωριό
μονάχο με τη βάρκα μου
στα πέλαγα γυρνώ.

(Ξάφνου ακούγονται φωνές. Έρχονται αναστατωμένοι όλοι οι άνθρωποι που συνάντησε ως τώρα)
ΚΑΛΟΝΤΥΜΕΝΟΙ: Βοήθεια! μπόρα έπιασε
                             βροχή και καταιγίδα
ΑΝΑΓΩΓΟΙ: Οι τόποι μας πλημμύρισαν
                       τόσο νερό ποτέ δεν είδα!

ΜΠΕΡΔΕΜΕΝΟΙ: Σεισμός εδώ, φωτιά εκεί
                             αχ! γκρεμιστήκαν όλα
ΚΟΥΝΕΛΟΦΑΓΟΙ: χαθήκαν, και δεν έμεινε
                               ούτε μια κατσαρόλα!

ΑΔΙΑΦΟΡΟΙ: Τσουνάμι κι άνεμος τρελός
                       το βιός μας πήρε, πάει
ΣΤΡΙΜΩΓΜΕΝΟΙ: Βοήθησέ μας να χαρείς,
                         η βάρκα μάς χωράει!


(Μπαίνουν όλοι μέσα στη βαρκούλα και το προσφυγάκι κάνει κουπί)

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Πρόσφυγες όλοι είμαστε
                     γυρεύουμε πατρίδα,
                      φιλία,  αγάπη, ανθρωπιά,
                      με βάρκα την Ελπίδα.
 ΤΕΛΟΣ


  Ο Μαλάκ και η βάρκα- Unicef video
 https://youtu.be/2UMjSZaMY2Y
Αλκίνοος Ιωαννίδης: Το καρυδότσουφλο: https://youtu.be/vAqDa2-GByU
Για ένα πεζό  κουκλοθεατρικό ιδίου θέματος :
http://frosochatoglou.blogspot.gr/2016/09/blog-post.html


Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: "Τίποτα δεν πάει χαμένο στη χαμένη σου ζωή..."




                             ( Στίχοι: Μανώλης Ρασούλης - Μουσική: Μάνος Λοΐζος)

Άσε με να σου μιλήσω γι’ αυτές τις «χαμένες» ζωές. Κάποιες σκιές τους υπάρχουν ακόμη ανάμεσά μας. Τόσο κοντά, τόσο πρόσφατα τα Πέτρινα Χρόνια κι ας έχουν γίνει ιστορία, παρελθόν που εορτάζεται επετειακά.

Σχεδόν πενήντα χρόνια βάσανα και διωγμοί…
Να σου πω για την κυρα Ειρήνη, που νεαρό κορίτσι βγήκε στο αντάρτικο, έκανε ένα παιδί κι έπειτα όταν φυλακίστηκε το άφησε πίσω της για να το βρει άντρα όταν βγήκε. Άντρα αγνώριστο, άμοιαστο με την ίδια και τη φιλοσοφία της, σα να μην ήταν γιος της.
Τώρα στη μαύρη αρρώστια ανάξια πλερωμή…
Για τον κυρ Παντελή, που έκανε Μακρόνησο και δεν υπόγραφε «δήλωση μετανοίας».  Η γυναίκα του γκρίνιαζε, τον έβριζε.  Όταν βγήκε μετά από επτά χρόνια, η γυναίκα του είχε άλλον άντρα και η κόρη του άλλον πατέρα. Άρρωστος, τσακισμένος από τα βασανιστήρια, πικραμένος, έψαχνε να βρει μια δουλειά να πορευτεί, μόνος.
Σκυφτός στα καφενεία, στους δρόμους σκεφτικός…
Ο Δάσκαλος, τόχε καημό, πέρασαν τόσα χρόνια, αντάρτικο, φυλακές, εξορίες, ήτανε παλικάρι και γέρασε, και δεν είχε μια γυναίκα να γλυκάνει τη μοναξιά του. Λεύτερος πια, στα εξήντα του, βρήκε μια καλή «περιστέρα» όπως την έλεγε και βιάζονταν να ξοφλήσει όσα χρώσταγε στον εαυτό του τα χρόνια που του απόμεναν.
Μα χτες μες στην πορεία, περνούσες γελαστός…
Η Ελένη, γέννησε το παιδί της στις φυλακές, εκεί μεγάλωσε με τις συγκρατούμενες. Όταν βγήκαν, από τους τελευταίους,  το παιδί έγινε ζωγράφος που ζωγράφιζε κάγκελα, κάγκελα παντού.
Το δίκιο του αγώνα πολλά σου στέρησε…
Ο κυρ Παύλος ήταν από τους τυχερούς. Δεν φυλακίστηκε, δεν εξορίστηκε. Μόνο συχνά πυκνά τον καλούσαν στην ασφάλεια  και τον πίεζαν με απειλές να υπογράψει, να καταδώσει.   Πάλεψε να κάνει ένα παγωτατζίδικο και του τόσπασαν τρεις φορές. Τα πήρε στον ώμο και έγινε πλανόδιος. Είχε πάντα πίσω του ένα χαφιέ που τον ακολουθούσε βρέξει χιονίσει.
μα η ζωή η λεχώνα ελπίδες γέννησε…
Την Έλλη την πήραν κορίτσι στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ. Όμορφη, ερωτευμένη με τόσα όνειρα για το μέλλον. Στις φυλακές οργάνωσε χορωδίες, θέατρα, δεν τόβαζε κάτω. Η μάνα της την πίεζε να υπογράψει, το ίδιο και το αγόρι της. Η Έλλη βγήκε τελευταία από τις φυλακές. Η μάνα της είχε πεθάνει και το αγόρι της είχε κουραστεί να την περιμένει.
Ποτέ δε λες η μοίρα πως σε αδίκησε, μα μόνο η ιστορία αλλιώς σου μίλησε…
Μαθαίναμε για τα βασανιστήρια που της έκαναν και ανατριχιάζαμε. Εφιάλτης. Δεν το πιστεύαμε πως θα έβγαινε ζωντανή, ήταν μικρό κορίτσι.  Όταν λευτερώθηκε με τη μεταπολίτευση, ένας ζωντανός θρύλος, περιμέναμε να μιλήσει, να τα πει. Όλοι τη ρωτούσαν. Δεν μίλησε ποτέ. Ούτε και στα βιβλία που έγραψε μίλησε γι’ αυτά που πέρασε μέσα στην κόλαση. Η όμορφη Ιωάννα με το διαπεραστικό βλέμμα δεν πολιτεύτηκε ποτέ.

Τίποτα δεν πάει χαμένο στη χαμένη σου ζωή…

Ο Θοδωρής, η γλυκιά αυτή ψυχή, από μικρό παιδί στο αντάρτικο, στην ΕΠΟΝ, στα κρατητήρια, στην εξορία. Ένας από τους λίγους επιζήσαντες από το ναυάγιο της Χειμάρας. Εκείνο, που το 1947 πήρε στο θάνατο μαζί,  τους πολιτικούς κρατούμενους και  τους χωροφύλακες που τους συνόδευαν στην εξορία.
…τ’ όνειρό σου ανασαίνω και το κάθε σου ΓΙΑΤΙ;
 
aplotaria.gr    16/11/2016

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2016

Ο ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΣ


 
Το παραμύθι αυτό το είχα διαβάσει σε ένα γερμανικό βιβλίο, του οποίου δυστυχώς, δεν συγκράτησα κανένα στοιχείο. Παρ’ όλα αυτά, επειδή είναι τόσο όμορφο, τολμώ να κάνω τη θεατρική του διασκευή και ας μου συγχωρεθεί το ατόπημα.Φ.Χατόγλου

ΠΡΟΣΩΠΑ: Χιονάνθρωπος, Γάτα, Άρρωστο παιδί, πουλάκι, μαγισσούλα, παππούς, κουνελάκι

           ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
( Μια αυλή χιονισμένη..Χιονονιφάδες πέφτουν από ψηλά. Σε ένα παγκάκι κάθεται ο Χιονάνθρωπος. Φορά  καπέλο, έχει καρότο για μύτη, κάρβουνα για κουμπιά στο σώμα, κασκόλ και μια σκούπα στο χέρι. Φαίνεται κατσούφης.  Έρχεται μια Γάτα)

ΓΑΤΑ
Γειά σου φίλε Χιονάνθρωπε,
στολίδι στην αυλή μας
Τι όμορφο σε φτιάξανε,
γλυκαίνεις την ψυχή μας

Κάτασπρος κι ολοστρόγγυλος
και όμορφα ντυμένος
όμως… λιγάκι σκυθρωπός
μήπως είσαι θλιμμένος;

ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΣ
Άσπρος απ’ έξω φαίνομαι
μα είν’ η  καρδιά μου μαύρη
 αφού μονάχα λίγο ζω,
μέχρι ο ήλιος νάβγει.

Μια τόσο δα μικρή ζωή
ποιος θέλει να τη ζήσει;
άχρηστη και ανώφελη,
μια αχτίδα θα τη σβήσει.

ΓΑΤΑ
Μα… τι κουβέντες είν’ αυτές;
άχρηστη η ζωή σου;
Έλα εδώ,  πλησίασε,
δώσ’ μου την προσοχή σου.
(Τον παίρνει παράμερα και του μιλά με εμπιστευτικό ύφος)
Όταν ο Ήλιος βγει ξανά,
και ζέστη θα μας δώσει
 χιόνι δεν θα υπάρχει πια,
κι εσύ θα έχεις λιώσει…
Τότε....

                                                        ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
( Στο παγκάκι βρίσκονται αφημένα τα πράγματα του χιονάνθρωπου:  καπέλο, κασκόλ, κάρβουνα, σκούπα, καρότο.
Έρχεται πρώτα ένα παιδάκι με ρούχα φτωχικά. Βήχει και νιώθει άσχημα. Ώσπου βλέπει το κασκόλ)

ΑΡΡΩΣΤΟ ΠΑΙΔΙ

Τρεις μέρες είμαι άρρωστο
τρεις νύχτες τουρτουρίζω
με βήχα και με πυρετό
στους δρόμους τριγυρίζω

Ένα κασκόλ! Νάτο εκεί!
δεν είναι ψέμα, αλήθεια
είναι ό,τι χρειαζόμουνα
και  θάθελα να είχα!

Α, είναι του Χιονάνθρωπου
που ήταν εδώ πέρα
Σ’ ευχαριστώ Χιονάνθρωπε,
μου έφτιαξες τη μέρα!

( Κοιτάζει ψηλά και γύρω καθώς ευχαριστεί τον Χιονάνθρωπο, που έχει πια λιώσει. Τυλίγει στο λαιμό το κασκόλ και φεύγει χοροπηδώντας χαρούμενο.
Μπαίνουν δυο πουλάκια.)

ΠΟΥΛΑΚΙΑ

Γρήγορα χιόνι έπεσε,
και μείναμε στο κρύο
φωλίτσα δεν προλάβαμε
να κάνουμε κι οι δύο

Και τώρα πού θα κάτσουμε;
τ’ αβγά μας πού θα μείνουν;
στην παγωνιά δεν πρόκειται
μικρά πουλιά να γίνουν.

Ε! Κοίτα, του Χιονάνθρωπου
το μαύρο το καπέλο
είναι αυτό που ζήταγα
είναι αυτό που θέλω!

Μια ζεστή μικρή φωλιά
για τα μωρά μας, νάτη!
Σ’ ευχαριστώ Χιονάνθρωπε
των σπουργιτιών προστάτη.

(Τα Πουλάκια χαρούμενα φεύγουν με το καπέλο.  Έρχεται ένα Κουνελάκι)

ΚΟΥΝΕΛΙ

Μέσα σ’ αυτή την παγωνιά
Μέσα σ’ αυτό το χιόνι
ούτε μαρούλι βρίσκεται,
καρότο δε φυτρώνει

Είν΄η κοιλιά μου αδειανή
πεινάω, αχ, θα ρέψω
Όμως, σαν κάτι βλέπω εκεί,
φοβάμαι να πιστέψω…

Ένα καρότο! Αληθινό!
Σώθηκε η ζωή μου!
Σ’ ευχαριστώ Χιονάνθρωπε
μέσα από την ψυχή μου!

(Το Κουνελάκι φεύγει ευτυχισμένο μασουλώντας το καρότο. Ένας παππούλης έρχεται με φτωχικά ρούχα)

ΠΑΠΠΟΥΣ
Κρύο  έξω στην αυλή,
κρύο και μές στο σπίτι
η σόμπα έσβησε από χτες,
μου πάγωσε η μύτη.

Όμως, τι βλέπω; Τι είναι αυτά;
Μην είναι καρβουνάκια;
Ναι, είναι, πέντε! σώθηκα
Τρεχάτε ποδαράκια!

Τη σόμπα μου θ’ανάψω ευθύς
να ζεσταθώ ο καημένος
Καλέ μου εσύ Χιονάνθρωπε,
να είσαι ευλογημένος!

(Ο Παππούς κουτσαίνοντας αλλά ευτυχισμένος, φεύγει με τα κάρβουνα. Μια Μαγισσούλα έρχεται. )

ΜΑΓΙΣΣΟΥΛΑ
Είμαι μια μάγισσα μικρή
μάγισσα προκομένη
αλλά συνέχεια δυστυχώς
είμαι αφηρημένη

Έτσι άμυαλα την έχασα
τη σκούπα μου τη μαγική
και να πετάξω δεν μπορώ
ξέμεινα εδώ, στη γή.

Καλέ... τι είναι αυτό εδώ;
Η σκούπα που γυρεύω!
Χιονάνθρωπε, όπου βρίσκεσαι
να ξέρεις , σε λατρεύω!

( Ευχαριστεί κοιτάζοντας ψηλά. Ευτυχισμένη  ανεβαίνει στη σκούπα και φεύγει)

                                                     ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
(Τα μελλούμενα τέλειωσαν.  Η Γάτα και ο Χιονάνθρωπος έρχονται πάλι στη σκηνή)

ΓΑΤΑ
Έτσι λοιπόν Χιονάνθρωπε
στο λέω, ανακουφίσου,
είναι πολύ σημαντική
η σύντομη ζωή σου...

ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΣ
 Αλήθεια, το κατάλαβα,
Γάτα σ΄ευχαριστώ
με έκανες χαρούμενο
και χάρη σου χρωστώ.
(Η Γάτα χαιρετά και φεύγει. Ο Χιονάνθρωπος τη χαιρετά και κάθεται ήρεμος στο παγκάκι)

Τώρα μπορώ πια ήρεμος
στον ήλιο να ξαπλώσω
ξέρω πως θάμαι χρήσιμος
ακόμα κι όταν λυώωωωωωσω.
(και πέφτει καθώς εμφανίζεται ο ήλιος)

(Όλοι οι ευεργετημένοι τον τριγυρίζουν με αναμένα φαναράκια και τραγουδούν. Προτείνω το τραγούδι : "Τίποτα δεν πάει χαμένο στη χαμένη σου ζωή")


ΤΕΛΟΣ


(Σημείωση: Μπορείτε να αντικαταστήσετε τη Γάτα με μια ομάδα παιδιών που αρχικά φτιάχνει τον Χιονάνθρωπο και μετά συζητά μαζί του, με τα παιδιά να μοιράζονται τα σχετικά στιχάκια. )