Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: 1+1=2, ή Υποστήριξη+αποδοχή=έξυπνο και ευτυχισμένο παιδί, ή: επιβίωση>γνώση






Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους μπορεί ένα παιδί να «μην παίρνει τα γράμματα», «να είναι κακός μαθητής», «να μένει πίσω». Και δεν υπάρχει ούτε ένας λόγος για τον οποίο ευθύνεται το ίδιο το παιδί.
Ίσως μεγάλωσε σε στερημένο ή προβληματικό περιβάλλον, ίσως έχει κάποια νοητική ή σωματική πάθηση, ίσως είναι δεξιόστροφο και ο δάσκαλος διδάσκει με την πάγια μέθοδο για αριστερόστροφους, ίσως είναι ένα χρόνο μικρότερο γιατί γεννήθηκε Δεκέμβρη, ίσως είναι φύση συνεσταλμένη και η τάξη έχει 25 παιδιά…
Υπάρχει όμως κι ένας άλλος λόγος, πολύ σοβαρός, συνήθης και παραγνωρισμένος. Αυτός που επιστημονικά τεκμηριώνει στο βιβλίο του « Brain rules for baby» («Πώς να μεγαλώσετε έξυπνα παιδιά») ο John Medina- αναπτυξιακός μοριακός βιολόγος, διευθυντής του Εγκεφαλικού κέντρου για την Εφαρμοσμένη Έρευνα Μάθησης:
«Ο εγκέφαλος δεν ενδιαφέρεται να μάθει. Καθεμιά από τις δεξιότητες που διαθέτει το πνευματικό μας σύστημα δημιουργήθηκε για την αποφυγή της εξαφάνισης. Ο εγκέφαλος ενδιαφέρεται να επιβιώσει. Η μάθηση υπάρχει μόνο προκειμένου να εξυπηρετεί τις απαιτήσεις αυτού του πρωταρχικού στόχου. Αποτελεί μια ευτυχή σύμπτωση το γεγονός ότι τα πνευματικά μας εργαλεία μπορούν να επιτελέσουν διπλό καθήκον στην τάξη, προσφέροντάς μας την ικανότητα να δημιουργούμε υπολογιστικά φύλλα και να μιλάμε ξένες γλώσσες. Δεν είναι όμως αυτή η καθημερινή δουλειά του εγκεφάλου. Αυτό είναι το υποπροϊόν μιας πολύ ισχυρότερης ανάγκης: της αδήριτης, ακατάπαυστης επιθυμίας να ζήσει μια ακόμα μέρα. Δεν επιβιώνουμε προκειμένου να μάθουμε. Μαθαίνουμε προκειμένου να επιβιώσουμε.
Αυτός ο κυρίαρχος σκοπός προβλέπει πολλά πράγματα και το σημαντικότερο είναι το εξής: αν θέλετε ένα καλά καταρτισμένο παιδί, πρέπει να δημιουργήσετε ένα ασφαλές περιβάλλον. Αν ικανοποιείται η ανάγκη του εγκεφάλου για ασφάλεια, θα επιτρέψει στους νευρώνες του να ξεχαστούν με την άλγεβρα. Όταν η ανάγκη για ασφάλεια δεν καλύπτεται, η άλγεβρα περνά στο περιθώριο».
Εφόσον το παιδί βιώνει ένα περιβάλλον άγχους, το μυαλό του, η ύπαρξή του είναι όλη εκεί συγκεντρωμένη και όσο κι αν προσπαθούμε δεν πρόκειται να ανοίξει η πύλη του εγκεφάλου για γνώση.
Το παιδί μπορεί να απελευθερώσει τις μαθησιακές του δεξιότητες μόνο μέσα σε ένα υποστηρικτικό περιβάλλον. (Ο Bruner, εισήγαγε την έννοια της «υποστήριξης», προσπαθώντας να προσδιορίσει τα όρια της παρέμβασης κάποιου στη διαδικασία μάθησης του παιδιού, τονίζοντας ότι η καθοδήγηση πρέπει να αυξάνεται ή να αποσύρεται ανάλογα με την ικανότητα και την ανάγκη του μαθητή, έτσι ώστε ούτε να τον υποκαθιστά, αλλά ούτε και να τον εγκαταλείπει.)
Οι πνευματικές και οι ψυχικές λειτουργίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες. Τόσο, που να ενισχύουν ή να ακυρώνουν η μία την άλλη. Δεν είναι δυνατόν να απευθυνόμαστε στις πρώτες, αγνοώντας τις δεύτερες. Εάν το παιδί φοβάται την κρίση μας, εάν εξετάζεται πιεστικά, εάν υφίσταται ή υποψιάζεται υποτίμηση, εάν συγκρίνεται, εάν του ζητείται να μάθει κάτι για το οποίο ο εγκέφαλός του δεν είναι ακόμη έτοιμος, εάν τρέμει τις συνέπειες ενός λάθους του, εάν φοβάται την τιμωρία ή την επίπληξη, εάν απαξιώνεται η προσπάθειά του, εάν αδικείται, τότε βρίσκεται σε άλλη βιωματική σφαίρα, όπου η όποια γνώση είναι περιττή πολυτέλεια. Τότε αυτό που το ενδιαφέρει είναι απλά να επιβιώσει μέσα σε ένα ανοίκειο περιβάλλον, να βρει τρόπους ώστε να ξεπεράσει την πίεση, υπακούοντας στο βιολογικό του ένστικτο. Όταν το παιδί απειλείται συναισθηματικά το μόνο που το νοιάζει είναι να σωθεί. Τι κι αν εσύ του διδάσκεις τον Υπερσυντέλικο; Αυτό είναι απασχολημένο με τον δικό του τραυματικό Ενεστώτα.
«Κάθε παιδί προσβάλλεται την πρώτη φορά που το κακομεταχειρίζονται άδικα. Γιατί πιστεύει ότι το μόνο που δικαιούται όταν έρχεται σε σας για να γίνει δικό σας, είναι η δικαιοσύνη. Μετά την αδικία, θα σας αγαπήσει ξανά, αλλά μετά από αυτό δεν θα είναι ποτέ πια ακριβώς το ίδιο αγόρι. Κανείς ποτέ δεν ξεπερνά την πρώτη αδικία. Κανείς, εκτός από τον Πήτερ. Πολλές φορές του συνέβη, πάντα όμως την ξεχνούσε. Έτσι, τώρα που του συνέβη πάλι, ένιωσε όπως την πρώτη φορά και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κοιτάζει σαστισμένος» J. Barrie: «Πήτερ Παν»
aplotaria.gr  16/9/2016

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

ΟΣΚΑΡ ΟΥΑΪΛΝΤ





Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΥΣ
 
·         Η Φύση έχει καλές προθέσεις, φυσικά, αλλά, όπως είπε κάποτε ο Αριστοτέλης, δεν μπορεί να τις εκπληρώσει. Όταν κοιτάζω ένα τοπίο δεν βλέπω παρά όλα του τα μειονεκτήματα. Πάντως είναι ευτύχημα για μας το ότι η Φύση είναι τόσο ατελής, γιατί διαφορετικά δε θα είχαμε διόλου Τέχνη. Η Τέχνη είναι η ζωηρή διαμαρτυρία μας, η αβρόφρων απόπειρά μας να μάθουμε στη Φύση τη σωστή της θέση. Όσο για την άπειρη ποικιλία της Φύσης, αυτό είναι καθαρός μύθος. Η ποικιλία δεν πρέπει να αναζητάται στη Φύση καθαυτή. Η ποικιλία βρίσκεται στη φαντασία ή στη φαντασίωση ή στην καλλιεργημένη τυφλότητα του ανθρώπου που την ατενίζει. 9-10
·         Αν η Φύση ήταν βολική, η ανθρωπότητα ποτέ δεν θα είχε επινοήσει την αρχιτεκτονική, κι εγώ προτιμώ τα σπίτια από το ύπαιθρο. 11
·         Οι αρχαίοι ιστορικοί μας χάρισαν υπέροχα ιστορήματα με τη μορφή γεγονότων. Ο σύγχρονος μυθιστοριογράφος μας παρουσιάζει βαρετά γεγονότα κάτω από τη μεταμφίεση του ιστορήματος.15
·         Όσο περισσότερο αναλύει κανείς τους ανθρώπους, τόσο περισσότερο εξαφανίζεται κάθε λόγος για ανάλυση. Αργά ή γρήγορα  φτάνει κανείς σ’ εκείνο το επίφοβο οικουμενικό πράγμα που αποκαλείται ανθρώπινη φύση. 22
·         Η Τέχνη ξεκινά με αφηρημένο διάκοσμο, με καθαρά φαντασιακό και ευάρεστο έργο που καταπιάνεται με ό,τι είναι  εξωπραγματικό και μη υπαρκτό. Αυτό είναι το πρώτο στάδιο. Κατόπιν η Ζωή γοητεύεται με αυτό το νέο θάμπος και ζητά να γίνει δεκτή στο μαγεμένο κύκλο. Η Τέχνη εκλαμβάνει τη Ζωή ως τμήμα του ακατέργαστου υλικού της, την αναπλάθει και τη μετασχηματίζει σε νέες μορφές, είναι απόλυτα αδιάφορη προς το πραγματικό γεγονός, επινοεί, φαντάζεται, ονειρεύεται και διατηρεί ανάμεσα σ’ αυτή και στην πραγματικότητα το αδιαπέραστο φράγμα του όμορφου ύφους, της κοσμητικής ή ιδεώδους επεξεργασίας. Το τρίτο στάδιο είναι όταν η Ζωή παίρνει τ΄απάνω χέρι και οδηγεί την Τέχνη έξω από τον κύκλο της βγάζοντάς τη στην ερημιά. Αυτό είναι η πραγματική παρακμή κι απ’ αυτό πάσχουμε αυτή τη στιγμή. 30
·         Η Ιστορία ξαναγραφόταν εξ ολοκλήρου και δεν υπήρχε ούτε ένας δραματουργός που να μην αναγνώριζε ότι το αντικείμενο της Τέχνης δεν είναι η απλή αλήθεια, μα η περίπλοκη ομορφιά. 31
·         Δουλεύοντας μέσα σε όρια αποκαλύπτεται ο μάστορας κι ο περιορισμός, αυτός καθαυτός ο όρος κάθε τέχνης, είναι το ύφος. 32
·         Η Κοινωνία, βαριεστημένη από τις ανιαρές κι ηθικοπλαστικές συζητήσεις όσων δεν έχουν ούτε την εφυΐα να υπερβάλλουν ούτε τη μεγαλοφυΐα να φαντασιοκοπήσουν, αποκαμωμένη από τον έμφρονα άνθρωπο  που οι αναπολήσεις του βασίζονται πάντοτε πάνω στη μνήμη, που οι καταδηλώσεις του οριοθετούνται απαρέγκλιτα από την πιθανότητα κι είναι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να υποστεί την επαλήθευση του αχρειότερου Φιλισταίου που συμβαίνει να είναι παρών, η Κοινωνία λοιπόν, αργά ή γρήγορα, πρέπει να ξαναγυρίσει στο χαμένο ηγέτη της, στον καλλιεργημένο και ελκυστικό ψεύτη. 37
·         Αναμφίβολα θα υπάρχουν πάντα κριτικοί οι οποίοι σαν έναν κάποιο συγγραφέα του Saturday Review θα επικρίνουν αυστηρά τον αφηγητή παραμυθιών για την ελαττωματική του γνώση γύρω από τη φυσική ιστορία, που θα μετρούν ένα έργο φαντασίας με τη δική τους παντελή έλλειψη φαντασίας και θα σηκώνουν έντρομοι ψηλά τα λεκιασμένα με μελάνι χέρια τους… 38
·         Οι Έλληνες, με το έντονο καλλιτεχνικό ένστικτό τους, το κατάλαβαν αυτό και τοποθετούσαν στο δωμάτιο της νύφης το άγαλμα του Ερμή ή του Απόλλωνα ώστε να μπορέσει να γεννήσει παιδιά τόσο όμορφα, όσο τα έργα τέχνης που ατένιζε στην έκστασή της ή στην οδύνη της. Ήξεραν ότι η Ζωή κερδίζει από την Τέχνη όχι μόνο πνευματικότητα, βάθος σκέψης και αισθήματος, ψυχής ταραχή ή ψυχής ηρεμία, αλλά κι ότι μπορεί να διαμορφωθεί η ίδια πάνω σ’ αυτές καθαυτές τις γραμμές και τα χρώματα της Τέχνης και να αναπαράγει την αξιοπρέπεια του Φειδία και τη χάρη του Πραξιτέλη. Από δω προήλθε η αντίθεσή τους στο ρεαλισμό. Τον αντιπαθούσαν για λόγους καθαρά κοινωνικούς.  Ένιωθαν πως ο ρεαλισμός κάνει τους ανθρώπους άσχημους και είχαν απόλυτο δίκιο. Εμείς προσπαθούμε να βελτιώσουμε τις συνθήκες της φυλής μας με το ευάερο και ευήλιο περιβάλλον, με το καθαρό νερό και με φρικαλέα παγερά κτίρια για την καλύτερη στέγαση των κατώτερων τάξεων. Αλλά τα πράγματα αυτά προάγουν απλώς την υγεία, δε δημιουργούν ομορφιά. .. Με μια λέξη, η Ζωή είναι ο καλύτερος της Τέχνης, ο μοναδικός της Τέχνης μαθητής. 42-3
·         Ο Σοπενάουερ ανέλυσε την απαισιοδοξία που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη σκέψη, αλλά ο Άμλετ την επινόησε. Ο κόσμος έχει γίνει θλιμμένος επειδή μια μαριονέτα κάποτε υπήρξε μελαγχολική. 43
·         Οι νέοι αυτοκτονούσαν επειδή το ίδιο έκανε ο Ρόλα, πέθαιναν από το ίδιο τους το χέρι, επειδή από το ίδιο του το χέρι πέθανε κι ο Βέρθερος. 49
·         Γιατί τι είναι η Φύση; Η Φύση δεν είναι καμιά μεγάλη μητέρα που μας γέννησε. Είναι δικό μας δημιούργημα. Μες στο μυαλό μας είναι που η Φύση ζωογονεί τη Ζωή. Τα πράγματα υπάρχουν επειδή τα βλέπουμε και αυτό που βλέπουμε, το πώς το βλέπουμε, εξαρτάται από τις τέχνες που μας έχουν επηρεάσει. Το να ατενίζουμε ένα πράγμα είναι πολύ διαφορετικό από το να το βλέπουμε. Δεν βλέπεις κατιτί παρά μόνο όταν δεις την ομορφιά του. Τότε και μόνο τότε αρχίζει να υπάρχει. Αυτή τη στιγμή ο κόσμος βλέπει ομίχλες όχι επειδή υπάρχουν ομίχλες, μα επειδή ποιητές και ζωγράφοι του δίδαξαν τη μυστηριακή ομορφιά τέτοιων εντυπώσεων. .. Τώρα πρέπει να παραδεχτούμε, οι ομίχλες οδηγήθηκαν στην υπερβολή. Έχουν γίνει απλώς η μανιέρα μιας κλίκας κι ο υπερβολικός ρεαλισμός της μεθόδου της κάνει τους βαρετούς ανθρώπους να παθαίνουν βρογχίτιδα. Όπου ο καλλιεργημένος αρπάζει μια εντύπωση, ο ακαλλιέργητος αρπάζει κρυολόγημα. 50
·         Αν θέλουμε να καταλάβουμε ένα έθνος διαμέσου της τέχνης του, ας κοιτάξουμε την αρχιτεκτονική του ή τη μουσική του. 55
·         Κανένας μεγάλος καλλιτέχνης δεν βλέπει ποτέ τα πράγματα όπως είναι. Αν το έκανε, θα έπαυε να είναι καλλιτέχνης. 56
·         Αν θέλεις να νιώσεις μια γιαπωνέζικη αίσθηση, δεν θα φερθείς σαν ένας τουρίστας, πηγαίνοντας στο Τόκιο. Αντίθετα, θα μείνεις στο σπίτι σου και θα βυθιστείς στο έργο μερικών Γιαπωνέζων καλλιτεχνών… 57
·         Το γεγονός είναι ότι αναπολούμε τις εποχές του παρελθόντος αποκλειστικά με το μέσον της Τέχνης και η Τέχνη ευτυχώς ποτέ δε μας είπε την αλήθεια. 58
·         Οι περισσότεροι από τους σύγχρονους προσωπογράφους μας είναι καταδικασμένοι σε απόλυτη λησμονιά. Ποτέ δε ζωγραφίζουν ό,τι βλέπουν. Ζωγραφίζουν ό,τι βλέπει ο κόσμος και ο κόσμος δεν βλέπει ποτέ τίποτα. 58
·         Ο άνθρωπος μπορεί να πιστέψει το αδύνατο, μα δεν μπορεί ποτέ να πιστέψει το απίθανο. 60
·         Όπως ακριβώς εκείνοι που δεν αγαπούν τον Πλάτωνα περισσότερο από την Αλήθεια δεν μπορούν να διαβούν το κατώφλι της Ακαδημίας, έτσι κι εκείνοι που δεν αγαπούν την Ομορφιά περισσότερο από την Αλήθεια ποτέ δε θα γνωρίσουν το μυχιαίστατο άδυτο της Τέχνης. 62
·         (Η Τέχνη) άλλες φορές προηγείται εντελώς της εποχής της και δημιουργεί μέσα σ’ έναν αιώνα έργο που χρειάζεται άλλον έναν αιώνα για να το κατανοήσουμε, να το εκτιμήσουμε και να το χαρούμε. Σε καμιά περίπτωση δεν αναπαράγει την εποχή της. Το να περνάς από την Τέχνη μιας εποχής στην ίδια την εποχή είναι το μεγάλο λάθος που διαπράττουν όλοι οι ιστορικοί. 64
·         Η Ζωή και η Φύση μπορούν ενίοτε να χρησιμοποιούνται ως τμήμα από την πρώτη ύλη της Τέχνης αλλά προτού προσφέρουν την όποια αληθινή υπηρεσία στην Τέχνη, πρέπει να μεταγλωττιστούν σε καλλιτεχνικές συμβάσεις. Τη στιγμή όπου η Τέχνη παραδίδει το φαντασιακό της μέσον, παραδίδει τα πάντα. 64
·         Η Ζωή μιμείται την Τέχνη πολύ περισσότερο απ’ όσο η Τέχνη μιμείται τη Ζωή. 65
·         Η τελική αποκάλυψη είναι ότι το Ψεύδος, το να λες ωραία μη-αληθινά πράγματα, είναι αυτός καθαυτός ο σκοπός της Τέχνης. 66




Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

·         Πότε πότε, στην πορεία του αιώνα, ένας μεγάλος άνθρωπος της επιστήμης, όπως ο Δαρβίνος, ένας μεγάλος ποιητής, όπως ο Κιτς, ένα ραφινάτο κριτικό πνεύμα όπως ο Ρενάν, ένας εξαίσιος καλλιτέχνης όπως ο Φλομπέρ, βρίσκει τη δύναμη να απομονωθεί, να κρατηθεί μακριά από της ηχηρές αξιώσεις των άλλων, να σταθεί «υπό τη σκέπην του τείχους», όπως το διατυπώνει ο Πλάτων, και να πραγματώσει με τον τρόπο αυτό την εντέλεια αυτού που κρυβόταν μέσα του για δικό του ασύγκριτο κέρδος και για ολόκληρου του κόσμου το διαρκές και ασύγκριτο κέρδος. Αυτοί ωστόσο είναι εξαιρέσεις. Η πλειονότητα των ανθρώπων κακοποιούν τη ζωή τους με έναν ανθυγιεινό και υπερβάλλοντα αλτρουισμό – εξαναγκάζονται στην πραγματικότητα να την κακοποιούν. Βρίσκονται περικυκλωμένοι από τρομερή φτώχεια, από φριχτή ασκήμια, από φριχτή πείνα. Είναι αναπόφευκτο να συγκλονίζονται από όλα τούτα. Τα συναισθήματα του ανθρώπου αναταράζονται πιο γρήγορα από όσο η νόησή του. Και, όπως υπογράμμισα πριν από λίγο καιρό σε ένα άρθρο πάνω στη λειτουργία της κριτικής, είναι πολύ πιο εύκολο να συμπάσχει κανείς με τη δυστυχία από το να συμπάσχει με τη σκέψη. Έτσι, με αξιοθαύμαστες αν και με λανθασμένης κατευθύνσεως προθέσεις, με απόλυτη σοβαρότητα και με άλλο τόσο συναισθηματισμό επιφορτίζονται με το καθήκον να γιατρέψουν τα δεινά που αντικρίζουν. Τα φάρμακά τους όμως δε γιατρεύουν την αρρώστια: απλώς την παρατείνουν. Στην πραγματικότητα, τα φάρμακά τους αποτελούν μέρος της αρρώστιας. 68
·         Ο σωστός στόχος είναι να προσπαθήσουμε να ξαναχτίσουμε την κοινωνία πάνω σε τέτοια βάση, ώστε η φτώχεια να είναι αδύνατη. Και οι αλτρουιστικές αξίες έχουν στην πραγματικότητα εμποδίσει την επίτευξη αυτού του στόχου. 68
·         Η ανυπακοή στα μάτια οποιουδήποτε έχει διαβάσει Ιστορία, είναι η αρχέγονη αρετή του ανθρώπου. Ακριβώς μέσω της ανυπακοής είναι που πραγματοποιήθηκε η πρόοδος, μέσω της ανυπακοής και μέσω της ανταρσίας. 73
·         Η αναγνώριση της ατομικής ιδιοκτησίας έχει στην πραγματικότητα βλάψει την Ατομικότητα, την έχει αμαυρώσει, συγχέοντας τον άνθρωπο μ’ αυτό που κατέχει. 78
·         Με την κατάργηση της ιδιοκτησίας θα έχουμε πραγματική, όμορφη , υγιή Ατομικότητα. Κανείς δε θα σπαταλά τη ζωή του συσσωρεύοντας πράγματα και σύμβολα πραγμάτων. Ο άνθρωπος θα ζει. Το να ζεις είναι το σπανιότερο πράγμα του κόσμου. Οι περισσότεροι άνθρωποι υπάρχουν απλώς και αυτό είναι όλο.80
·         Εκείνο που εννοώ λέγοντας τέλειος άνθρωπος είναι ένας άνθρωπος που αναπτύσσεται κάτω από τέλειες συνθήκες, ένας  άνθρωπος που δεν τραυματίζεται, δε φοβάται, δεν ακρωτηριάζεται ούτε βρίσκεται σε κίνδυνο. Οι περισσότερες προσωπικότητες υποχρεώθηκαν να γίνουν αντάρτες. Η μισή τους δύναμη σπαταλήθηκε στις προστριβές. Η προσωπικότητα του Μπάιρον, λόγου χάρη, σπαταλήθηκε τρομερά στη μάχη του με την ηλιθιότητα, την υποκρισία και το φιλισταϊσμό της Αγγλίας.
·         Το στίγμα της τέλειας προσωπικότητας δεν είναι η ανταρσία, μα η ειρήνη. Θα είναι κάτι υπέροχο – η αληθινή προσωπικότητα του ανθρώπου – όταν την αντικρίσουμε. Θα αναπτύσσεται κατά τρόπο φυσικό και απλό, σαν λουλούδι, ή όπως αναπτύσσεται ένα δέντρο. Δεν θα βρίσκεται σε δυσαρμονία. Ποτέ δε θα αντιδικεί ούτε θα καβγαδίζει. Δε θα ελέγχει τα πράγματα. Θα γνωρίζει το καθετί. Κι ωστόσο δε θα καταγίνεται με τη γνώση. Θα διαθέτει σοφία. Η αξία της δε θα μετριέται με τα υλικά πράγματα. Δε θα κατέχει τίποτα. Κι ωστόσο θα έχει τα πάντα και ό,τι κι αν της αφαιρεί κανείς, πάντα θα εξακολουθεί να έχει, τόσο πλούσια θα είναι. Δε θα επεμβαίνει διαρκώς στους άλλους, ούτε θα τους ζητά να γίνουν σαν αυτή. Θα τους αγαπά, επειδή θα είναι διαφορετικοί. Κι ωστόσο , ενώ δε θα επεμβαίνει στους άλλους, θα τους βοηθά όλους, όπως μας βοηθά ένα όμορφο πράγμα με το να είναι ό,τι είναι. Η προσωπικότητα του ανθρώπου θα είναι κάτι εξαίσιο. Θα είναι τόσο υπέροχη, όσο και η προσωπικότητα ενός παιδιού.81-2
·         Μέσα στο θησαυροφυλάκιο της ψυχής σου υπάρχουν άπειρα πολύτιμα πράγματα που δεν μπορούν να σου αφαιρεθούν. Προσπάθησε λοιπόν να διαμορφώσεις τη ζωή σου έτσι , ώστε τα εξωτερικά πράγματα να μην μπορούν να σε βλάψουν. 84
·         Όταν βγουν στον κόσμο, ο κόσμος θα συγκρουστεί μαζί τους. Αυτό είναι αναπόφευκτο. Ο κόσμος μισεί την Ατομικότητα. Αλλά αυτό δεν πρέπει να τους πτοήσει. Πρέπει να είναι ήρεμοι και αυτοσυγκεντρωμένοι. 85
·         Και πάνω από καθετί άλλο αυτοί ας μη συγκρούονται με τους άλλους ούτε και να τους κρίνουν με τον έναν τρόπο ή τον άλλο. Η προσωπικότητα είναι πολύ μυστηριακό πράγμα. Ένας άνθρωπος δεν μπορεί πάντοτε να εκτιμάται από αυτό που κάνει. Μπορεί ίσως να τηρεί το νόμο κι ωστόσο να είναι ανάξιος. Μπορεί ίσως να παραβιάζει το νόμο κι ωστόσο να είναι εξαίρετος. Μπορεί να είναι κακός, δίχως ποτέ να κάνει τίποτε κακό. Μπορεί να διαπράξει ένα αμάρτημα ενάντια στην κοινωνία κι ωστόσο να φτάσει, μέσω αυτού του αμαρτήματος στην πραγματική του τελείωση. 86
·         Μια κοινωνία αποκτηνώνεται σε απείρως μεγαλύτερο βαθμό απ΄τη συνήθη χρήση  της τιμωρίας από όσο εξαχρειώνεται απ΄την περιστασιακή εμφάνιση τους εγκλήματος.90
·         Το Κράτος θα πραγματοποιεί ό,τι είναι χρήσιμο. Το άτομο θα πραγματοποιεί ό,τι είναι όμορφο. 92
·         Ένας χάρτης του κόσμου που δεν περιλαμβάνει τη χώρα της Ουτοπίας δεν αξίζει μήτε καν να τον κοιτάξει κανείς, γιατί αφήνει έξω τη μοναδική χώρα στην οποία διαπεραιώνεται πάντοτε η Ανθρωπότητα. Κι όποτε η Ανθρωπότητα φτάνει εκεί, ρίχνει τη ματιά της και διακρίνοντας μια ακόμα καλύτερη χώρα ανοίγει τα πανιά της γι αυτή. Η πρόοδος είναι η πραγμάτωση των Ουτοπιών.95
·         Η Τέχνη ποτέ δεν πρέπει να είναι λαϊκή. Το κοινό είναι αυτό που πρέπει να προσπαθήσει να αποκτήσει καλλιτεχνική όραση. 97
·         Στην Αγγλία οι τέχνες που την έχουν γλιτώσει είναι οι τέχνες για τις οποίες δεν ενδιαφέρεται το κοινό. Η ποίηση είναι ένα παράδειγμα του τι θέλω να πω. Στην Αγγλία έχουμε καταφέρει να διαθέτουμε αξιόλογη ποίηση, επειδή το κοινό δεν τη διαβάζει και κατά συνέπεια δεν την επηρεάζει. 98
·         Στην Τέχνη το κοινό δέχεται ό,τι έχει προϋπάρξει, επειδή δεν μπορεί να το αλλάξει κι όχι επειδή το εκτιμά. Καταπίνει τους κλασσικούς του χωρίς ποτέ να τους γεύεται. Τους υπομένει σαν κάτι αναπόφευκτο και καθώς δεν μπορεί να τους βλάψει, ρητορεύει γι αυτούς. 100
·         Το κοινό υποβιβάζει τους κλασσικούς σε αυθεντίες.
·         Μια νέα έκφραση του Ωραίου είναι για το κοινό πέρα για πέρα απεχθής κι όποτε μια τέτοια έκφραση κάνει την εμφάνισή της το κοινό οργίζεται και αναστατώνεται τόσο πολύ, ώστε χρησιμοποιεί πάντα δυο ανόητες εκφράσεις- η μία ότι το έργο τέχνης είναι εντελώς  ακατάληπτο και η άλλη ότι το έργο τέχνης είναι παντελώς ανήθικο. 101
·         Σε ένα έργο τέχνης μορφή και περιεχόμενο δεν μπορούν να διαχωριστούν.
·         Προέρχεται από εκείνο το τερατικό και αμαθές σύμφυρμα που λέγεται Κοινή Γνώμη η οποία μπορεί  να’ ναι δυσάρεστη αλλά καλοπροαίρετη όποτε δοκιμάζει να ελέγχει την πράξη, μα είναι κακόβουλη και αποτροπιαστική, όποτε δοκιμάζει ν’ ασκήσει έλεγχο στη Σκέψη ή στην Τέχνη. 106
·         Το γεγονός είναι ότι το κοινό έχει μια ακόρεστη περιέργεια να τα μαθαίνει όλα, εκτός απ’ ό,τι αξίζει πραγματικά να μάθει. 108
·         Το έργο τέχνης είναι αυτό που πρέπει να δεσπόζει στο θεατή κι όχι ο θεατής στο έργο τέχνης. Ο θεατής πρέπει να έχει προσληπτικότητα. 113
·         Εγωισμός δεν είναι να ζει κανείς με τον τρόπο που θέλει να ζει. Εγωισμός είναι να απαιτεί από τους άλλους να ζουν όπως αυτός θέλει να ζουν. Και το αντίθετο του εγωισμού είναι να αφήνεις ήσυχη τη ζωή των άλλων και να μην επεμβαίνεις. Ο εγωισμός αποσκοπεί πάντα να δημιουργεί γύρω του μια απόλυτη ομοιομορφία τύπων. Η έλλειψη εγωισμού αναγνωρίζει την άπειρη ποικιλία τύπων σαν κατιτί υπέροχο, την αποδέχεται, συγκατατίθεται σ’ αυτή, την απολαμβάνει. Δεν είναι εγωιστικό να σκέφτεται κανείς τον εαυτό του. Ένας άνθρωπος που δε σκέφτεται τον εαυτό του δε σκέφτεται καθόλου. Είναι χυδαία εγωιστικό να απαιτεί κανείς από τον πλαϊνό του να σκέφτεται με τον ίδιο τρόπο και να διατηρεί τις ίδιες απόψεις. 125
·         Κάθε κατανόηση είναι όμορφη, όμως η κατανόηση του πόνου ελάχιστη ομορφιά περιέχει. Είναι λεκιασμένη  με εγωπάθεια.
·         Πρέπει να θυμόμαστε ότι συμμεριζόμενοι τη χαρά, επαυξάνουμε πάνω στη γη το ποσοστό της, ενώ συμμεριζόμενοι τον πόνο, δεν μειώνουμε καθόλου το ποσοστό του πόνου στον κόσμο.
·         Η νέα Ατομικότητα για την οποία εργάζεται είτε το θέλει είτε όχι ο Σοσιαλισμός, θα είναι η τέλεια αρμονία. Θα είναι αυτό που αναζητούσαν οι Έλληνες, μα που δεν μπόρεσαν  εκτός από τη Σκέψη να το πραγματώσουν εντελώς επειδή είχαν σκλάβους και τους έτρεφαν. Θα είναι αυτό που αναζητούσε η Αναγέννηση μα που δεν μπόρεσε να πραγματώσει εντελώς παρά μόνο στην Τέχνη, επειδή τότε είχαν σκλάβους και τους άφηναν να λιμοκτονούν. Θα είναι κάτι ολοκληρωμένο και μέσω αυτού ο άνθρωπος θα φτάσει στην τελείωσή του. Η νέα Ατομικότητα θα είναι η νέα Ελληνικότητα. 132

                                                                                                                                                                                       

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

R.M.RILKE: Η πρώτη Ελεγεία (ελληνικά - γερμανικά)



μτφ. Δ. Λιαντίνης


ΠΟΙΟΣ αν εκραύγαζα, θα μ’ άκουγε λοιπόν απ’ των αγγέλων
τις τάξεις; κι αν ένας σοβαρά στην καρδιά του την ίδια
ξαφνικά με δεχόταν, ήθελα σβήσει στην ισχυρότερη
μπροστά του υπόσταση. Γιατί η ομορφιά δεν είν’ άλλο
παρά του Τρομερού η αρχή, που μόλις αντέχουμε
και σαστίζουμε έτσι, γιατί γαλήνια περιφρονεί
και να μας καταστρέψει. Καθένας άγγελος είναι τρομερός.
      Κι έτσι πια συγκρατιέμαι και το κάλεσμα της λαχτάρας μου πνίγω
με το σκοτεινό της λυγμό. Αχ, ποιόν μπορούμε λοιπόν
να χρειαστούμε; Τον άγγελον όχι, τον άνθρωπον όχι,
και τα νοήμονα ζώα το βλέπουνε τώρα πως μέσα στον κόσμο το σοφά εξηγημένο
πολύ σιγουρεμένοι δεν είμαστε. Ίσως απομένει σε μας
ολημερίς στην πλαγιά κάποιο δέντρο να βλέπουμε
ξανά και ξανά. Μας απομένει η στράτα του χτες
κι η κακότροπη εμμονή σε κάποια συνήθεια
που μας άρεσε, κι έτσι έμεινε και δεν έφυγε πια.
     Ω, και η νύχτα, η νύχτα, όταν ο αγέρας γιομάτος με διάστημα
μας μαραγκιάζει το πρόσωπο, σε ποιον δε θάμενε αυτή η λαχταρισμένη
που στέκεται καματερή μπροστά σε κάθε έρημη καρδιά
και τρυφερά μας απογοητεύει. Είναι ηπιώτερη για όσους αγαπούν;
Αχ, ο ένας μεσ’ τον άλλον αποκρύβουν μονάχα την κλήρα τους τούτοι.
     Α κ ό μ η δεν τόμαθες; Το κενό από τους βραχίονες τίναξε
προς τους χώρους αυτούς που ανασαίνουμε. Ημπορεί τα πουλιά
την απλωσιά του αγέρα να νιώθουν με αισταντικότερο πέταγμα.

Ναι, οι ανοίξεις σε χρειάστηκαν σίγουρα. Κάποια αστέρια
να τα νιώσεις ζητήσαν επίμονα. Μέσα στα περασμένα
ένα κύμα σηκώθη ψηλά
ή καθώς από το ανοιχτό παραθύρι προσπέρασες
ένα βιολί παραδόθηκε. Ήταν τα πάντα εντολή.
Εσύ όμως ηγεμόνεψες πάνω της; Μέσα στη προσμονή
πάντα σου σκορπισμένος δεν ήσουν, λες και τα πάντα
μιαν αγαπημένη για σένα να μήναγαν; (πού ζητάς να την κρύψεις,
που οι μεγάλες απόξενες μέσα σου σκέψεις
πάνε κι έρχονται και συχνά παραμένουν τη νύχτα).
Αν όμως λαχταράς, τραγούδησε τότε αυτές που αγαπήσαν. Ακόμη για πολύ
το φημισμένο αίσθημά τους θάναι όχι όσο πρέπει αθάνατο.
Εκείνες, σχεδόν τις ζηλεύεις, τις απαρνημένες, που βρήκες
πως πιότερο αγάπησαν, παρά όσες κορέστηκαν. Αποξαρχής και πάντα
ξεκίνα τα εγκώμια, που ποτέ στην κορφή δε θα φτάσουν.
Στοχάσου: ο ήρωας σώζει τη διάρκειά του μέσα του, το γκρέμισμά του
το ίδιο ήταν μια πρόφαση μόνο για ύπαρξη: ο στερνός γεννημός του.
Εκείνες που αγάπησαν όμως, ξανασυνάζει μέσα της η φύση
αποκαμωμένη, γιατί δεν θάχε τη δύναμη να δευτερώσει
τέτοιο έργο. Στοχάστηκες άραγε άξια τη Γκάσπαρα Στάμπα,
ότι κάποιο κορίτσι που τον αγαπημένο στερήθηκε
σ’ αυτής της ερωτευμένης τη φτασμένη περίπτωση μπροστά
συλλογάται: τάχα θα γίνω κι εγώ σαν εκείνη;
Επί τέλους αυτοί οι πανάρχαιοι πόνοι δεν θα γίνουν σε μας
καρπερώτεροι; Δεν έφτασε η ώρα από τη μορφή που αγαπάμε
να λευτερωθούμε αγαπώντας και να τη νικήσουμε τρέμοντας
καθώς το βέλος συσπειρωμένο σε τίναγμα τη νευρή του νικά
τον ίδιο του εαυτό έτσι ξεπερνώντας. Γιατί σταματημός πουθενά δεν υπάρχει.

Φωνές, φωνές. Άκουε καρδιά μου
όπως οι άγιοι μονάχα θα ακούγαν: που η γιγάντια κλήση
από τη γη τους εσήκωνε. Όμως εκείνο το Αδύνατο μπορώντας
συνέχεια γονάτιζαν και δεν το προσέχαν:
έ τ σ ι αυτοί ακροάζονταν. Όχι πως εσύ τη φωνή του Θεού για πολύ
θέλει βάσταγες. Αλλά τη βουή του ανέμου αφουγκράσου
την ακομμάτιαστη είδηση, που από σιγή σχηματίζεται.
Από αυτούς που πεθάνανε νέοι, τώρα ένα θρόϊσμα κατά σένα σιμώνει.
Όπου κι αν εμπήκες, στης Ρώμης τις εκκλησιές και της Νάπολης
δεν σε καλωσόριζε ήσυχα το δικό τους πεπρωμένο;
Ή κάποια επιγραφή επιβλητικά παραδέχτηκες
καθώς τελευταία την πλάκα στη Σάντα Μαρία Φορμόζα.
Τι θέλουν αυτοί από μένα; Πρέπει ν’αφαιρέσω αθόρυβα
την επίφαση της αδικίας που κάποτε εμποδίζει κομμάτι
των ιδικών τους πνευμάτων την ολοκάθαρη κίνηση.

Και βέβαια είναι πρωτόφαντο τη γη πια να μη κατοικείς
τρόπους που μόλις κατάχτησες, αχρείαστους νάχεις,
σε ρόδα και άλλα υπόσχεσης ξέχωρης πράγματα
να μη δίνεις το νόημα ανθρώπινου μέλλοντος,
ό,τι ήταν κανείς μέσα στην άπειρη των χεριών αγωνία
πια να μην είναι, και το ίδιο του όνομα να παραπετά
σαν ένα σπασμένο παιχνίδι.
Πρωτόφαντο, να πάψει κανείς να λαχταρά τις λαχτάρες του,
πρωτόφαντο, να βλέπεις ν’ανεμίζουν ξεκάρφωτα μέσα στο χώρο
όλα όσα είχαν σχέση και σύνθεση. Και το νάσαι νεκρός είν’ επίμοχθο
κι ανασυγκρότηση θέλει πολλή, ώστε λίγη αιωνιότη
βαθμιαία να νιώσεις. Αλλά οι ζωντανοί
κάνουν όλοι το λάθος στεγανά τους νεκρούς να χωρίζουν.
Οι άγγελοι (λέει κανείς) συχνά δεν θα γνώριζαν εάν
ανάμεσα στους ζωντανούς ή τους νεκρούς περπατάνε. Το αιώνιο ρεύμα
συναρπάζει μαζί του και στα δυο Βασίλεια κάθε εποχή
και πάντα κι εδώ κι εκεί τη σκεπάζει ο ήχος του.

Τέλος τέλος δεν μας έχουν ανάγκη οι πρώιμα φευγάτοι
ξεσυνηθίζει τα γήινα κανείς απαλά, όπως όμοια από της μάνας το στήθος
αποκόβεται ήρεμα. Αλλά εμείς που τα μεγάλα χρειαζόμαστε μυστικά
εκείνα, που από τη λύπη τους κάποτε μακάρια ξεπηδά η ανάβαση,
εμείς, θ α γ ι ν ό τ α ν να ζήσουμε χωρίς τους νεκρούς;
Δεν είναι μάταιος ο μύθος ότι κάποτε στο μοιρολόι του Λίνου
διαπέρασε βίαια η πρώτη μελωδία το άφτουρο μάργωμα,
ότι στον κατάπληχτο χώρο, οπούθε ένας έφηβος σχεδόν θεϊκός
αναπάντεχα χάθηκε, σε τέτοιο κραδασμό το κενό μεταβλήθηκε
ώστε σήμερα εμάς συναρπάζει, παρηγορεί και στηλώνει.
  •  
DIE ERSTE ELEGIE
WER, wenn ich schriee, hörte mich denn aus der Engel
Ordnungen? und gesetzt selbst, es nähme
einer mich plötzlich ans Herz: ich verginge von seinem
stärkeren Dasein. Denn das Schöne ist nichts
als des Schrecklichen Anfang, den wir noch grade ertragen,
und wir bewundern es so, weil es gelassen verschmäht,
uns zu zerstören. Ein jeder Engel ist schrecklich.
    Und so verhalt ich mich denn und verschlucke den Lockruf
dunkelen Schluchzens. Ach, wen vermögen
wir denn zu brauchen? Engel nicht, Menschen nicht,
und die findigen Tiere merken es schon,
daß wir nicht sehr verläßlich zu Haus sind
in der gedeuteten Welt. Es bleibt uns vielleicht
irgend ein Baum an dem Abhang, daß wir ihn täglich
wiedersähen; es bleibt uns die Straße von gestern
und das verzogene Treusein einer Gewohnheit,
der es bei uns gefiel, und so blieb sie und ging nicht.
    O und die Nacht, die Nacht, wenn der Wind voller Weltraum
uns am Angesicht zehrt –, wem bliebe sie nicht, die ersehnte,
sanft enttäuschende, welche dem einzelnen Herzen
mühsam bevorsteht. Ist sie den Liebenden leichter?
Ach, sie verdecken sich nur mit einander ihr Los.
    Weißt du's noch nicht? Wirf aus den Armen die Leere
zu den Räumen hinzu, die wir atmen; vielleicht daß die Vögel
die erweiterte Luft fühlen mit innigerm Flug.

Ja, die Frühlinge brauchten dich wohl. Es muteten manche
Sterne dir zu, daß du sie spürtest. Es hob
sich eine Woge heran im Vergangenen, oder
da du vorüberkamst am geöffneten Fenster,
gab eine Geige sich hin. Das alles war Auftrag.
Aber bewältigtest du's? Warst du nicht immer
noch von Erwartung zerstreut, als kündigte alles
eine Geliebte dir an? (Wo willst du sie bergen,
da doch die großen fremden Gedanken bei dir
aus und ein gehn und öfters bleiben bei Nacht.)
Sehnt es dich aber, so singe die Liebenden; lange
noch nicht unsterblich genug ist ihr berühmtes Gefühl.
Jene, du neidest sie fast, Verlassenen, die du
so viel liebender fandst als die Gestillten. Beginn
immer von neuem die nie zu erreichende Preisung;
denk: es erhält sich der Held, selbst der Untergang war ihm
nur ein Vorwand, zu sein: seine letzte Geburt.
Aber die Liebenden nimmt die erschöpfte Natur
in sich zurück, als wären nicht zweimal die Kräfte,
dieses zu leisten. Hast du der Gaspara Stampa
denn genügend gedacht, daß irgend ein Mädchen,
dem der Geliebte entging, am gesteigerten Beispiel
dieser Liebenden fühlt: daß ich würde wie sie?
Sollen nicht endlich uns diese ältesten Schmerzen
fruchtbarer werden? Ist es nicht Zeit, daß wir liebend
uns vom Geliebten befrein und es bebend bestehn:
wie der Pfeil die Sehne besteht, um gesammelt im Absprung
mehr zu sein als er selbst. Denn Bleiben ist nirgends.

Stimmen, Stimmen. Höre, mein Herz, wie sonst nur
Heilige hörten: daß die der riesige Ruf
aufhob vom Boden; sie aber knieten,
Unmögliche, weiter und achtetens nicht:
So waren sie hörend. Nicht, daß du Gottes ertrügest
die Stimme, bei weitem. Aber das Wehende höre,
die ununterbrochene Nachricht, die aus Stille sich bildet.
Es rauscht jetzt von jenen jungen Toten zu dir.
Wo immer du eintratest, redete nicht in Kirchen
zu Rom und Neapel ruhig ihr Schicksal dich an?
Oder es trug eine Inschrift sich erhaben dir auf,
wie neulich die Tafel in Santa Maria Formosa.
Was sie mir wollen? leise soll ich des Unrechts
Anschein abtun, der ihrer Geister
reine Bewegung manchmal ein wenig behindert.

Freilich ist es seltsam, die Erde nicht mehr zu bewohnen,
kaum erlernte Gebräuche nicht mehr zu üben,
Rosen, und andern eigens versprechenden Dingen
nicht die Bedeutung menschlicher Zukunft zu geben;
das, was man war in unendlich ängstlichen Händen,
nicht mehr zu sein, und selbst den eigenen Namen
wegzulassen wie ein zerbrochenes Spielzeug.
Seltsam, die Wünsche nicht weiterzuwünschen. Seltsam,
alles, was sich bezog, so lose im Raume
flattern zu sehen. Und das Totsein ist mühsam
und voller Nachholn, daß man allmählich ein wenig
Ewigkeit spürt. – Aber Lebendige machen
alle den Fehler, daß sie zu stark unterscheiden.
Engel (sagt man) wüßten oft nicht, ob sie unter
Lebenden gehn oder Toten. Die ewige Strömung
reißt durch beide Bereiche alle Alter
immer mit sich und übertönt sie in beiden.

Schließlich brauchen sie uns nicht mehr, die Früheentrückten,
man entwöhnt sich des Irdischen sanft, wie man den Brüsten
milde der Mutter entwächst. Aber wir, die so große
Geheimnisse brauchen, denen aus Trauer so oft
seliger Fortschritt entspringt –: könnten wir sein ohne sie?
Ist die Sage umsonst, daß einst in der Klage um Linos
wagende erste Musik dürre Erstarrung durchdrang;
daß erst im erschrockenen Raum, dem ein beinah göttlicher Jüngling
plötzlich für immer enttrat, die Leere in jene
Schwingung geriet, die uns jetzt hinreißt und tröstet und hilft.