Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

ΛΟΥΪΤΖΙ ΠΙΡΑΝΤΕΛΛΟ: Ένας, κανένας και εκατό χιλιάδες




(εκδ. Ίνδικτος,2005-2017. Μτφ. Αρχοντία Κυπριώτου)

·         Η μοναξιά δεν είναι ποτέ μαζί σας. Πάντοτε είναι χωρίς εσάς, και δύναται να είναι μονάχα μ’ έναν ξένο τριγύρω: είτε είναι τόπος είτε πρόσωπο, που σας αγνοούν εντελώς, που εσείς αγνοείτε εντελώς, τόσο που η επιθυμία σας και το συναίσθημά σας να μένουν μετέωρα και χαμένα σε μια αγχωτική αβεβαιότητα και, με το που θα καταργείται κάθε επιβεβαίωσή σας, να καταργείται το ίδιο το ενδόμυχο της συνείδησής σας. Η πραγματική μοναξιά είναι σ’ έναν τόπο που ζει για τον εαυτό του και που για σας δεν έχει ούτε ίχνη ούτε φωνή, και όπου συνεπώς ο ξένος είστε εσείς. Έτσι ήθελα να είμαι μόνος εγώ. Χωρίς εμένα. Θέλω να πω χωρίς εκείνον τον εαυτό μου που ήδη γνώριζα, ή που πίστευα ότι γνώριζα. Μόνο με κάποιον ξένο, που ήδη ένιωθα μυστήρια που δεν μπορούσα πλέον να διώξω από γύρω μου και που ήμουν εγώ ο ίδιος: ο αδιάσπαστος από μένα ξένος. 25
·         Το κακό όμως  είναι ότι εσείς φίλτατε, δεν θα μάθετε ποτέ, ούτε εγώ θα μπορέσω ποτέ να σας μεταδώσω πώς μεταφράζεται μέσα μου εκείνο που εσείς μου λέτε. Δεν  μιλήσατε κινέζικα, όχι. Χρησιμοποιήσαμε, εγώ κι εσείς την ίδια γλώσσα, τις ίδιες λέξεις. Μα σε τι φταίμε, εγώ κι εσείς, αν οι λέξεις, από μόνες τους, είναι κενές; Κενές αγαπητέ μου. Κι εσείς τις γεμίζετε με το δικό σας νόημα, όταν τις λέτε σ΄εμένα κι εγώ όταν τις δέχομαι αναπόφευκτα τις γεμίζω με το εδικό μου νόημα. Νομίζαμε ότι είχαμε συνεννοηθεί. Δεν είχαμε συνεννοηθεί καθόλου. 58
·         Ξέρετε σε τι στηρίζονται όλα; Θα σας το πω εγώ. Σε μια υπεροψία που πάντοτε σας εξοικονομεί ο Θεός. Η υπεροψία ότι η πραγματικότητα, όποια είναι για εσάς, πρέπει να είναι και είναι όμοια για όλους τους άλλους. Ζείτε μέσα σ΄αυτή. Περπατάτε έξω απ’ αυτή, σίγουροι. Τη βλέπετε, την αγγίζετε. Και μέσα ακόμη, αν το κάνετε γούστο, καπνίζετε ένα πούρο (πίπα; Πίπα) και μες στην ευτυχία στέκεστε και κοιτάτε τα δαχτυλίδια του καπνού να χάνονται σιγά σιγά στον αέρα. Χωρίς την παραμικρή υποψία ότι ολόκληρη η πραγματικότητα που βρίσκεται γύρω σας για τους άλλους δεν έχει μεγαλύτερη ισχύ από κείνον τον καπνό. 47
·         Πιστεύετε ότι θα γνωρίζατε τον εαυτό σας αν δεν κατασκευαζόσασταν με κάποιο τρόπο; Και ότι εγώ θα μπορούσα να σας γνωρίζω αν δεν σας κατασκεύαζα με τον δικό μου τρόπο; Κι εσείς εμένα, αν δεν με κατασκευάζατε με τον δικό σας τρόπο; Μπορούμε να γνωρίζουμε μονάχα αυτό που καταφέρνουμε να του δώσουμε μορφή. Μα τι γνωριμία μπορεί να είναι; Είναι άραγε αυτή η μορφή το ίδιο πράγμα; Ναι, όσο για μένα, τόσο και για εσάς. Όχι όμως το ίδιο για μένα όπως και για εσάς: σ τέτοιο βαθμό μάλιστα που εγώ δεν  με αναγνωρίζω στη μορφή που μου δίνετε εσείς, ούτε εσείς σ΄εκείνη που σας δίνω εγώ. Και το ίδιο πράγμα δεν είναι ολόιδιο για όλους κι επίσης για τον καθένα από εμάς, μπορεί συνεχώς να αλλάζει και όντως αλλάζει συνεχώς.74
·         Γνωρίζω τον Τίτσιο. Ανάλογα με τον τρόπο που τον γνωρίζω του δίνω μια πραγματικότητα: για μένα. Τον Τίτσιο όμως τον γνωρίζετε κι εσείς και σίγουρα εκείνος που γνωρίζετε εσείς δεν είναι εκείνος ο ίδιος που γνωρίζω εγώ, διότι ο καθένας από μας τον γνωρίζει με τον δικό του τρόπο  και του δίνει με τον δικό του τρόπο μια πραγματικότητα. Τώρα και για τον ίδιο του τον εαυτό ο Τίτσιο έχει τόσες πραγματικότητες για τον καθένα από εμάς π ου γνωρίζει   αφού με έναν τρόπο γνωρίζει τον εαυτό του μαζί μου και με έναν άλλον μαζί σας και με έναν τρίτο , με έναν τέταρτο και πάει λέγοντας. Κι αυτό σημαίνει ότι πράγματι ο Τίτσιο είναι ένας μ’ εμένα, ένας μ’ εσάς, ένας άλλος με κάποιο τρίτο, ένας άλλος με κάποιον τέταρτο και πάει λέγοντας, έχοντας βέβαια την ψευδαίσθηση κι εκείνος, ειδικά εκείνος μάλιστα, ότι είναι ένας για όλους.107
·         Διότι αν το σκεφτείτε καλά, αυτό είναι το λιγότερο που μπορεί να επακολουθήσει απ΄τις τόσες ανύποπτες πραγματικότητες που μας δίνουν οι άλλοι. Επιφανειακά εμείς συνηθίζουμε να τις ονομάζουμε ψευδείς εικασίες, εσφαλμένες γνώμες, αδικαιολόγητες κατηγόριες. Όλα αυτά όμως που μπορεί κάποιος να φανταστεί για εμάς είναι πράγματι δυνατά, έστω κι αν δεν είναι αληθινά για εμάς. Το γεγονός ότι για εμάςδεν είναι αληθινά, οι άλλοι το κοροϊδεύουν. Είναι αληθινά γι αυτούς. Τόσο αληθινά που μπορεί ακόμη και να συμβεί αν δεν πατάτε γερά στην πραγματικότητα που για λογαριασμό σας έχετε δώσει στον εαυτό σας, να μπορέσουν οι άλλοι να σας προτρέψουν να αναγνωρίσετε ότι πιο αληθινή απ την ίδια σας την πραγματικότητα είναι εκείνη που σας δίνουν αυτοί. 226
·         Ένα όνομα δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτό, επικήδεια επιγραφή. Ταιριάζει στους νεκρούς. Σε όποιον έχει τελειώσει. Εγώ είμαι ζωντανός και δεν τελειώνω. Η ζωή δεν τελειώνει. Και η ζωή δεν ξέρει από ονόματα. Αυτό το δέντρο, τρεμουλιαστή ανάσα με καινούργια φύλλα. Είμαι αυτό το δέντρο. Δέντρο, σύννεφο, αύριο βιβλίο ή αέρας: το βιβλίο που διαβάζω, ο αέρας που ρουφάω. Ολοκληρωτικά έξω, περιπλανώμενος.266
·         Κι εγώ όμως κάποτε, αν μου επιτρέπετε, ήμουν φτιαγμένος για να βουλιάζω σε κάθε λέξη που μου έλεγαν ή σε κάθε μύγα που έβλεπα να πετάει, στην άβυσσο των σκέψεων και των συλλογισμών που μ΄έσκαβαν μέσα μου και με τρυπούσαν χιαστί στην ψυχή, σαν τη φωλιά τυφλοπόντικα. Χωρίς να φαίνεται απ΄έξω τίποτα. « Αυτό δείχνει, θα μου πείτε, ότι είχατε αρκετό χρόνο για χάσιμο». 13
·         Έτσι μονάχα μπορώ να ζήσω εγώ πλέον. Να ξαναγεννιέμαι στιγμή με τη στιγμή. Να απαγορεύω ν΄αρχίσει και πάλι να δουλεύει μέσα μου η σκέψη, και να ξαναφτιάξει μέσα μου το κενό των άχρηστων κατασκευών.267
·         Εγώ δεν έχω πια αυτή την ανάγκη, διότι εγώ πεθαίνω κάθε στιγμή και ξαναγεννιέμαι καινούργιος και χωρίς αναμνήσεις. Ζωντανός και ακέραιος, όχι πλέον μέσα μου, αλλά σε κάθε τι έξω.-

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Η Οδύσσεια ενός προσφυγόπουλου (έμμετρο θεατρικό)



 
ΠΡΟΣΩΠΑ: Προσφυγόπουλο, Αδιάφοροι, Καλοντυμένοι, Ανάγωγοι, Στριμωγμένοι, Μπερδεμένοι, Κουνελοφάγοι- όλοι οι ρόλοι μπορούν να γίνουν από περισσότερα του ενός άτομα)

ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ

 (Το προσφυγόπουλο είναι  σε μια βάρκα με το όνομα ΕΛΠΙΔΑ. Κάνει κουπί. Κρατά ένα σακίδιο κι ένα κουνέλι, τον Κούκι. Θα περάσει από διάφορες χώρες, που μπορεί να βρίσκονται σε διάφορα σημεία της σκηνής.)

Έφυγα απ’ την πατρίδα μου
απ’ το μικρό χωριό μου
γονείς και φίλους έχασα
κι ό,τι είχα για δικό μου.

Όλα χαθήκαν, έσβησαν
μέσα σε μία μέρα
στάχτη γινήκαν, σκόρπισαν
κομμάτια στον αέρα

Πήρα τη βάρκα του παππού
τον Κούκι που αγαπάω
μερόνυχτα ταξίδεψα
χωρίς μπουκιά να φάω

Ψάχνω μια χώρα άλλη πια
να βρω να κατοικήσω,
να κάνω μια καινούργια αρχή
κάπου κι εγώ να ζήσω.

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ  ΑΔΙΑΦΟΡΩΝ
(Αράζει κάπου. Κατεβαίνει και πλησιάζει ένα άτομο, το οποίο μονολογεί μετρώντας χρήματα, δίχως να δίνει καμιά σημασία στο παιδί)

-Παρακαλώ, μήπως μπορώ
να μείνω εδώ, να ζήσω;

-Νομίζω πως χρειάζομαι
καινούργιο κινητό- (ένα, δυό…)
καινούργια τηλεόραση,
καινούργιο φορητό-( πενήντα, εκατό…)

-Παρακαλώ, μήπως μπορώ
να μείνω εδώ, να ζήσω;

(Σημασία . Τον αφήνει να μετρά και μπαίνει πάλι στη βάρκα, με απογοήτευση)

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ  ΣΤΡΙΜΩΓΜΕΝΩΝ
(Αράζει  κάπου που ζούνε άνθρωποι με ένα σωρό πράγματα γύρω τους,  ανάμεσά τους)

-Παρακαλώ, μήπως μπορώ
να μείνω εδώ, να ζήσω;

-Μα και βέβαια θα μπορούσες
…αν χώρο είχαμε οι καημένοι,
μα, όπως βλέπεις και εσύ,
είμαστε …στριμωγμένοι.

(Το προσφυγόπουλο δοκιμάζει να μετακινήσει ένα αντικείμενο για να χωρέσει, όμως είναι δεν γίνεται και τελικά φεύγει με απογοήτευση)

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ  ΚΑΛΟΝΤΥΜΕΝΩΝ
(Αυτοί  βγάζουν από σακούλες και προσφέρουν στο παιδί κάτι αταίριαστα, τεράστια παπούτσια και  ρούχα)

-Παρακαλώ, μήπως μπορώ
να μείνω εδώ, να ζήσω;

-Εδώ να ζήσεις δεν μπορείς
διότι …δεν ταιριάζεις.
Παπούτσια όμως σου δίνουμε
και ρούχα για  ν’ αλλάζεις.

(Δοκιμάζει τα άσχετα ρούχα και παπούτσια, τα αφήνει και φεύγει με απογοήτευση πάλι)

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ  ΑΝΑΓΩΓΩΝ
(Εδώ γίνεται δεκτό… υπό όρους. Εξετάζουν σχολαστικά κάθε λεπτομέρεια του σώματός του, με τρόπο ανάγωγο και υποτιμητικό)

--Παρακαλώ, μήπως μπορώ
να μείνω εδώ, να ζήσω;

-Βεβαίως, έλα εδώ, μπορείς,
αρκεί… γλώσσα ν’ αλλάξεις
τα ρούχα σου και το μαλλί,
το δέρμα σου… να βάψεις.

(Πιάνει το πρόσωπο  με τρόμο και φεύγει κι από εδώ)

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΜΠΕΡΔΕΜΕΝΩΝ
(Εδώ το παιδί είναι ευπρόσδεκτο, αλλά χωρίς αποτέλεσμα ουσιαστικό, διότι οι κάτοικοι πάνε πέρα δώθε αναποφάσιστοι και ανοργάνωτοι, χωρίς να βρίσκουν λύση )

-Παρακαλώ, μήπως μπορώ
να μείνω εδώ, να ζήσω;

-Μα…φυσικά…οπωσδήποτε…
να κάτσεις…ή… καλύτερα…
μα.. όχι.. για περίμενε…
εδώ κοντά… ή… μακρύτερα.

(Το προσφυγόπουλο τούς ακολουθεί από δω κι από κει ώσπου τους χάνει τελικά και γυρίζει στη βάρκα)

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΚΟΥΝΕΛΟΦΑΓΩΝ
(Αράζει εδώ όπου κάποιοι μαγειρεύουν σε  μια μεγάλη κατσαρόλα)

-Παρακαλώ, μήπως μπορώ
να μείνω εδώ, να ζήσω;

-Πέρασε, όμως δώσε μας
αυτό εδώ στον κάδο
κι εμείς θα σε ταΐσουμε
λίγο … λαγό στιφάδο.

(Προσπαθούν να αρπάξουν το κουνέλι. Το προσφυγάκι τούς αποφεύγει σφίγγοντας στην αγκαλιά  τον Κούκι. Καταφέρνει να μπει  στη βάρκα. Κάνει κουπί μονολογώντας)

-Τόπο δε βρίσκω πουθενά
μια πόλη, ένα χωριό
μονάχο με τη βάρκα μου
στα πέλαγα γυρνώ.

(Ξάφνου ακούγονται φωνές. Έρχονται αναστατωμένοι όλοι οι άνθρωποι που συνάντησε ως τώρα)
ΚΑΛΟΝΤΥΜΕΝΟΙ: Βοήθεια! μπόρα έπιασε
                             βροχή και καταιγίδα
ΑΝΑΓΩΓΟΙ: Οι τόποι μας πλημμύρισαν
                       τόσο νερό ποτέ δεν είδα!

ΜΠΕΡΔΕΜΕΝΟΙ: Σεισμός εδώ, φωτιά εκεί
                             αχ! γκρεμιστήκαν όλα
ΚΟΥΝΕΛΟΦΑΓΟΙ: χαθήκαν, και δεν έμεινε
                               ούτε μια κατσαρόλα!

ΑΔΙΑΦΟΡΟΙ: Τσουνάμι κι άνεμος τρελός
                       το βιός μας πήρε, πάει
ΣΤΡΙΜΩΓΜΕΝΟΙ: Βοήθησέ μας να χαρείς,
                         η βάρκα μάς χωράει!


(Μπαίνουν όλοι μέσα στη βαρκούλα και το προσφυγάκι κάνει κουπί)

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Πρόσφυγες όλοι είμαστε
                     γυρεύουμε πατρίδα,
                      φιλία,  αγάπη, ανθρωπιά,
                      με βάρκα την Ελπίδα.
 ΤΕΛΟΣ


  Ο Μαλάκ και η βάρκα- Unicef video
 https://youtu.be/2UMjSZaMY2Y
Αλκίνοος Ιωαννίδης: Το καρυδότσουφλο: https://youtu.be/vAqDa2-GByU
Για ένα πεζό  κουκλοθεατρικό ιδίου θέματος :
http://frosochatoglou.blogspot.gr/2016/09/blog-post.html


Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: "Τίποτα δεν πάει χαμένο στη χαμένη σου ζωή..."




                             ( Στίχοι: Μανώλης Ρασούλης - Μουσική: Μάνος Λοΐζος)

Άσε με να σου μιλήσω γι’ αυτές τις «χαμένες» ζωές. Κάποιες σκιές τους υπάρχουν ακόμη ανάμεσά μας. Τόσο κοντά, τόσο πρόσφατα τα Πέτρινα Χρόνια κι ας έχουν γίνει ιστορία, παρελθόν που εορτάζεται επετειακά.

Σχεδόν πενήντα χρόνια βάσανα και διωγμοί…
Να σου πω για την κυρα Ειρήνη, που νεαρό κορίτσι βγήκε στο αντάρτικο, έκανε ένα παιδί κι έπειτα όταν φυλακίστηκε το άφησε πίσω της για να το βρει άντρα όταν βγήκε. Άντρα αγνώριστο, άμοιαστο με την ίδια και τη φιλοσοφία της, σα να μην ήταν γιος της.
Τώρα στη μαύρη αρρώστια ανάξια πλερωμή…
Για τον κυρ Παντελή, που έκανε Μακρόνησο και δεν υπόγραφε «δήλωση μετανοίας».  Η γυναίκα του γκρίνιαζε, τον έβριζε.  Όταν βγήκε μετά από επτά χρόνια, η γυναίκα του είχε άλλον άντρα και η κόρη του άλλον πατέρα. Άρρωστος, τσακισμένος από τα βασανιστήρια, πικραμένος, έψαχνε να βρει μια δουλειά να πορευτεί, μόνος.
Σκυφτός στα καφενεία, στους δρόμους σκεφτικός…
Ο Δάσκαλος, τόχε καημό, πέρασαν τόσα χρόνια, αντάρτικο, φυλακές, εξορίες, ήτανε παλικάρι και γέρασε, και δεν είχε μια γυναίκα να γλυκάνει τη μοναξιά του. Λεύτερος πια, στα εξήντα του, βρήκε μια καλή «περιστέρα» όπως την έλεγε και βιάζονταν να ξοφλήσει όσα χρώσταγε στον εαυτό του τα χρόνια που του απόμεναν.
Μα χτες μες στην πορεία, περνούσες γελαστός…
Η Ελένη, γέννησε το παιδί της στις φυλακές, εκεί μεγάλωσε με τις συγκρατούμενες. Όταν βγήκαν, από τους τελευταίους,  το παιδί έγινε ζωγράφος που ζωγράφιζε κάγκελα, κάγκελα παντού.
Το δίκιο του αγώνα πολλά σου στέρησε…
Ο κυρ Παύλος ήταν από τους τυχερούς. Δεν φυλακίστηκε, δεν εξορίστηκε. Μόνο συχνά πυκνά τον καλούσαν στην ασφάλεια  και τον πίεζαν με απειλές να υπογράψει, να καταδώσει.   Πάλεψε να κάνει ένα παγωτατζίδικο και του τόσπασαν τρεις φορές. Τα πήρε στον ώμο και έγινε πλανόδιος. Είχε πάντα πίσω του ένα χαφιέ που τον ακολουθούσε βρέξει χιονίσει.
μα η ζωή η λεχώνα ελπίδες γέννησε…
Την Έλλη την πήραν κορίτσι στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ. Όμορφη, ερωτευμένη με τόσα όνειρα για το μέλλον. Στις φυλακές οργάνωσε χορωδίες, θέατρα, δεν τόβαζε κάτω. Η μάνα της την πίεζε να υπογράψει, το ίδιο και το αγόρι της. Η Έλλη βγήκε τελευταία από τις φυλακές. Η μάνα της είχε πεθάνει και το αγόρι της είχε κουραστεί να την περιμένει.
Ποτέ δε λες η μοίρα πως σε αδίκησε, μα μόνο η ιστορία αλλιώς σου μίλησε…
Μαθαίναμε για τα βασανιστήρια που της έκαναν και ανατριχιάζαμε. Εφιάλτης. Δεν το πιστεύαμε πως θα έβγαινε ζωντανή, ήταν μικρό κορίτσι.  Όταν λευτερώθηκε με τη μεταπολίτευση, ένας ζωντανός θρύλος, περιμέναμε να μιλήσει, να τα πει. Όλοι τη ρωτούσαν. Δεν μίλησε ποτέ. Ούτε και στα βιβλία που έγραψε μίλησε γι’ αυτά που πέρασε μέσα στην κόλαση. Η όμορφη Ιωάννα με το διαπεραστικό βλέμμα δεν πολιτεύτηκε ποτέ.

Τίποτα δεν πάει χαμένο στη χαμένη σου ζωή…

Ο Θοδωρής, η γλυκιά αυτή ψυχή, από μικρό παιδί στο αντάρτικο, στην ΕΠΟΝ, στα κρατητήρια, στην εξορία. Ένας από τους λίγους επιζήσαντες από το ναυάγιο της Χειμάρας. Εκείνο, που το 1947 πήρε στο θάνατο μαζί,  τους πολιτικούς κρατούμενους και  τους χωροφύλακες που τους συνόδευαν στην εξορία.
…τ’ όνειρό σου ανασαίνω και το κάθε σου ΓΙΑΤΙ;
 
aplotaria.gr    16/11/2016