Χ.Φ.
Ο διάλογος εμπεριέχει τους
μόνους “πλατωνικούς μύθους που είναι
κυριολεκτικά πρωτότυποι: τον μύθο των
τζιτζικιών στον Φαίδρο και τον μύθο του
Θευθ στον ίδιο διάλογο”[P.
Frutiger] Εντούτοις, οι πρώτες
λέξεις του Σωκράτη, αυτές με τις οποίες
ανοίγει η συνομιλία, ήσαν για “να στείλει
περίπατο” τα μυθολογήματα (229c
-230a)
Να στείλει τους μύθους
περίπατο, να τους αποχαιρετήσει, να τους
δώσει άδεια, να τους στείλει διακοπές,
αυτή η ωραία απόφαση του χαίρειν
που θέλει
να πει όλα αυτά μαζί, θα αναιρεθεί δυο
φορές, θα διακοπεί, για να υποδεχθεί
αυτούς “τους δυο πλατωνικούς μύθους”…
Στο επακριβώς
υπολογισμένο κέντρο του διαλόγου –
μπορεί κανείς να μετρήσει τις αράδες –
αναφύεται πράγματι το ερώτημα περί της
λογογραφίας (257c)…
Ο
λογογράφος, με την αυστηρή σημασία του
όρου, συνέθετε για τους αντίδικους
λόγους (discours)
τους
οποίους δεν εκφωνούσε ο ίδιος, στους
οποίους δεν προσέφερε αυτοπροσώπως, αν
αυτό λέγεται, τη συμπαράστασή του, και
οι οποίοι παρήγαγαν τα αποτελέσματά
τους ενώ ο ίδιος ήταν απών. Ο δημιουργός
του γραπτού λόγου (discours)
γράφοντας
εκείνο που δεν λέει ποτέ, που δεν θα
έλεγε ποτέ και ίσως δεν θα σκεφτόταν
ποτέ αληθινά, έχει ήδη πάρει τη στάση
του σοφιστή: είναι ο άνθρωπος της
μη-παρουσίας και της μη-αλήθειας.
Η γραφή
συνεπώς έχει ήδη τεθεί επί σκηνής. Το
ασύμβατο του γραπτού
και
του αληθούς
αναγγέλλεται
καθαρά τη στιγμή που ο Σωκράτης αρχίζει
να αφηγείται πώς οι άνθρωποι τίθενται
εκτός εαυτού από την απόλαυση, απουσιάζουν
από τον εαυτό τους, ξεχνιούνται και
πεθαίνουν μες στην ηδονή του τραγουδιού
(259c)
...το
νήμα δεν κόβεται ποτέ, παραμένει γερό,
αν και δεν είναι πάντα ευδιάκριτο,
διαμέσου του μύθου των τζιτζικιών, των
θεμάτων της ψυχαγωγίας, της ρητορικής
και της διαλεκτικής.
Οι τόποι
του διαλόγου δεν είναι ποτέ αδιάφοροι...Ο
μύθος των τζιτζικιών δεν θα είχε λάβει
χώρα, ο Σωκράτης δεν θα τον είχε αφηγηθεί
ούτε θα είχε καταληφθεί από οίστρο, αν
ο καύσωνας, που βαραίνει σε όλη τη
συνομιλία, δεν είχε οδηγήσει τους δυο
φίλους έξω από την πόλη, στην εξοχή, στις
όχθες του Ιλισού.
Εδώ δεν
είναι το μέρος, ρωτάει ο Φαίδρος, όπου
σύμφωνα με την παράδοση ο Βορέας άρπαξε
την Ωρείθυια;… Ο Σωκράτης προτείνει
τότε, με διάθεση σκωπτική, μια περισπούδαστη
εξήγηση του μύθου μιμούμενος το ορθολογικό
και φυσικαλιστικό ύφος των σοφών:
την ώρα που έπαιζε με τη Φαρμακεία (συν
Φαρμακεία παίζουσαν)
ένα μπουρίνι (πνεύμα
Βορέου)
άρπαξε την Ωρείθυια και την έριξε στην
άβυσσο…
Μια πηγή
κοντά στον Ιλισό, “πιθανόν ιαματική”
σημειώνει ο Robin,
ήταν
αφιερωμένη στη Φαρμακεία…
(Φαρμακεία) είναι
και ένα κοινό όνομα που σημαίνει τη
χορήγηση του φαρμάκου: του ιάματος ή
και του δηλητηρίου.
Μετά από
μερικές μόνον αράδες, ο Σωκράτης
παρομοιάζει με παρασκεύασμα (drogue)
(φάρμακον)
τα γραπτά κείμενα που έφερε μαζί του ο
Φαίδρος… Τα γραμμένα φυλλάδια επιδρούν
σαν ένα φάρμακον
που ωθεί ή ελκύει έξω από την πόλη εκείνον
που ποτέ δεν θέλησε να βγει, έστω και
την τελευταία στιγμή για να γλυτώσει
το κώνειο.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ:
Καλέ μου φίλε, πρέπει να είσαι επιεικής
μαζί μου: βλέπεις, μου αρέσει να μαθαίνω.
Κι ενώ η ύπαιθρος και τα δέντρα τίποτα
δεν καταδέχονται να με διδάξουν, το
αντίθετο συμβαίνει με τους ανθρώπους
της πόλης. Εσύ, όμως, μου φαίνεται πως
ανακάλυψες τη συνταγή (drogue)
για
να με κάνεις να βγω!
( δοκείς μοι της εμής εξόδου το φάρμακον
ευρηκέναι)…
έτσι όπως κρατάς μπροστά μου λόγους
(discours)
δεμένους σε φυλλάδια (
εν βιβλίοις)
είναι φανερό ότι θα με κάνεις να γυρίσω
όλη την Αττική και όποιο άλλο μέρος σου
αρέσει! (230 d-e)
Τα βιβλία
που κάνουν τον Σωκράτη να εγκαταλείψει
την επιφυλακτικότητά του και τον χώρο
μέσα στον οποίο του αρέσει να μαθαίνει,
να διδάσκει, να μιλάει, να διαλέγεται
-τον οχυρωμένο περίβολο της πόλης- αυτά
τα βιβλία
περικλείουν το κείμενο που έγραψε “ο
πιο ικανός από τους σύγχρονους συγγραφείς”
(δεινότερος ων των
νυν γράφειν).
Πρόκειται για τον Λυσία. Ο Φαίδρος
κρατάει το κείμενο ή, αν θέλετε, το
φάρμακον, κρυμμένο κάτω από το ιμάτιό
του.
Αυτή η
σύνδεση της γραφής και του φαρμάκου
φαίνεται για την ώρα εξωτερική: θα
μπορούσε να θεωρηθεί τεχνητή και καθαρά
συμπτωματική.
Από εδώ και στο εξής η συγγένεια της
γραφής και του μύθου, που και οι δυο
διακρίνονται από τον λόγο και τη
διαλεκτική, θα γίνεται όλο και πιο
ακριβής.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ:
Άκουσα να διηγούνται πως έζησε στην
περιοχή της Ναυκράτεως στην Αίγυπτο
μια από τις παλαιές θεότητες αυτής της
χώρας εκείνη που το ιερό της έμβλημα
είναι το πτηνό που ονομάζουν όπως ξέρεις
ίβιν, και πως το όνομα του ίδιου του θεού
ήταν Θευθ...Εκείνο τον καιρό βασίλευε
σε ολόκληρη την Αίγυπτο ο Θαμούς… Ο
Θευ, που είχε πάει να τον βρει, τού έδειξε
τις τέχνες του… Όταν ήρθε η σειρά να
εξετάσουν τους χαρακτήρες της γραφής:
Ιδού ώ Βασιλιά, είπε ο Θευθ, μια γνώση
(το μάθημα)
που θα έχει ως αποτέλεσμα να κάνει τους
Αιγυπτίους πιο μορφωμένους και πιο
ικανούς να θυμούνται
(σοφωτέρους και μνημονικωτέρους):
η μνήμη όπως και η μόρφωση βρήκαν το
γιατρικό τους (φάρμακον).
Ας
ακινητοποιήσουμε τη σκηνή και τα πρόσωπα.
Ας κοιτάξουμε προσεκτικά. Η γραφή (ή αν
θέλετε το φάρμακον)
παρουσιάζεται ενώπιον του βασιλέως.
Δεν υπάρχει
αβλαβές ίαμα. Το φάρμακον
ουδέποτε είναι απλώς ευεργετικό.
Τίμαιος
(89 a-d)
“Από όλα
τα μέσα για την κάθαρση και την καλή
διάθεση του σώματος, το άριστο είναι η
γυμναστική. Η δεύτερη συνίσταται στη
ρυθμική ταλάντευση… Το τρίτο είδος
κίνησης, εκείνο το οποίο μπορεί μερικές
φορές να είναι πολύ χρήσιμο όταν είμαστε
αναγκασμένοι να το χρησιμοποιήσουμε,
αλλά το οποίο κανείς άνθρωπος που έχει
μυαλό δεν πρέπει ποτέ να το χρησιμοποιεί
δίχως να υπάρχει ανάγκη, είναι η θεραπεία
με τη χρήση ιατρικών καθαρτικών
παρασκευασμάτων (της
φαρμακευτικής καθάρσεως)...Αν
με τη χρήση παρασκευασμάτων
(φαρμακείαις)φθείρεται
το νόσημα πριν από το χρόνο που του έχει
οριστεί, τότε από ελαφρά νοσήματα
γεννιώνται συνήθως νοσήματα πιο σοβαρά
και από έναν μικρό αριθμό νοσημάτων
πολυάριθμες αρρώστιες. Γι αυτό και στο
μέτρο που έχει κανείς την άνεση χρόνου
όλα τα πράγματα αυτού του είδους πρέπει
να αντιμετωπίζονται με δίαιτες, αλλά
δεν πρέπει κανείς να ερεθίζει ένα
δύστροπο κακό παίρνοντας διάφορα
παρασκευάσματα (φαρμακεύοντα)”
Ίσως μπορούμε τώρα να διαβάσουμε την
απάντηση του Θαμού:
“Και ο
βασιλιάς αποκρίθηκε: “Ασύγκριτε δάσκαλε
των τεχνών Θεύθ...να που εσύ με την
ιδιότητά σου του πατέρα των χαρακτήρων
της γραφής (πατήρ
ων γραμμάτων)
από εύνοια προς αυτούς, τους απέδωσες
ως κατηγορήματα τα εντελώς αντίθετα
(τουναντίον)
από τα πραγματικά τους αποτελέσματα!
Διότι αυτή η γνώση θα έχει ως αποτέλεσμα
σε όσους θα την αποκτήσουν, να κάνει τις
ψυχές τους να ξεχνούν, επειδή θα πάψουν
να ασκούν τη μνήμη τους (λήθην
μεν εν ψυχαίς παρέξει μνήμης αμελετησία):
πράγματι,
δίνοντας πίστη στο γραπτό από έξω, χάρη
σε ξένα αποτυπώματα (δια
πίστιν γραφής έξωθεν υπ’ αλλοτρίων
τύπων)κι
όχι από μέσα και χάρη σ’αυτούς τους
ίδιους, θα ανακαλούν στη μνήμη τους
πράγματα (ουκ ένδοθεν
αυτούς υφ’αυτών αναμιμνησκομένους).
Δεν είναι λοιπόν για τη μνήμη, είναι για
την υπόμνηση το γιατρικό που ανακάλυψες
(ούκουν μνήμης, αλλά
υπομνήσεως, φάρμακον έυρες).
Και σε ό,τι αφορά τη μόρφωση (Σοφίας
δε)
είναι το ομοίωμά της (δόξαν)
αυτό
που προμηθεύεις στους μαθητές σου και
όχι η πραγματικότητα (αλήθειαν)…
(274 e-275b)
Αυτή την αμφισημία ο Πλάτων δια του
στόματος του βασιλιά θέλει να τη θέσει
υπό έλεγχο, θέλει ο ορισμός της να
διέπεται από την απλή και ξεκάθαρη
αντίθεση: του καλού και του κακού, του
εντός και του εκτός, της αλήθειας και
του ψεύδους, της ουσίας και του φαινομένου…
Η γραφή είναι κατ’ουσίαν κακή, εξωτερική
ως προς τη μνήμη, παραγωγός όχι της
επιστήμης αλλά της γνώμης, όχι της
αλήθειας, αλλά του φαινομένου.
Οι άνθρωποι
της γραφής εμφανίζονται ενώπιον του
θεού όχι σαν σοφοί (σοφοί),
αλλά αληθινά σαν δήθεν ή λεγόμενοι σοφοί
(δοξόσοφοι).Κατά
τον Πλάτωνα αυτός είναι ο ορισμός του
σοφιστή. Διότι αυτό το κατηγορητήριο
εναντίον της γραφής καταγγέλλει κατ’αρχήν
τη σοφιστική.
Αλλά με αυτήν την έννοια, και εάν ο λόγος
είναι ήδη ένα διεισδυτικό αναπλήρωμα,
ο Σωκράτης, εκείνος που δεν γράφει, δεν
είναι και αυτός ένας κύριος του φαρμάκου;
Ο Σωκράτης
έχει συχνά στους διαλόγους του Πλάτωνα
την όψη του φαρμακέα.
Συμπόσιον
Ο Αγάθων
κατηγορούσε τον Σωκράτη ότι ήθελε να
του κάνει μάγια (Φαρμάττειν
βούλει με, ώ Σώκρατες. 194a).
(Ο Αλκιβιάδης
προς τον Σωκράτη): “Εγώ δεν είμαι
αυλητής!, θα πεις. Είσαι και πολύ πιο
θαυμαστός από εκείνον για τον οποίον
μιλάμε… Εσύ σε τούτο μόνον διαφέρεις
από εκείνον, ότι δίχως όργανα (άνευ
οργάνων)
με λόγια (paroles)
δίχως
συνοδεία μουσικής (ψιλοίς
λόγοις)
προκαλείς το ίδιο αποτέλεσμα ..215c-d)
Το σωκρατικό
φάρμακον δρα
επίσης και σαν δηλητήριο, σαν ιός, σαν
δάγκωμα οχιάς (217-218)
(Ο Μένων
προς τον Σωκράτη): Μοιάζεις εντελώς στην
όψη (είδος)
και σε όλα τα υπόλοιπα, σ’αυτό το πλατύ
ψάρι της θάλασσας που ονομάζεται σαλάχι
(νάρκη). Αυτό
ζαλίζει αμέσως όποιον το πλησιάζει και
το αγγίζει. Κι εσύ μ’έκανες να νιώσω το
ίδιο. Ναι είμαι αληθινά ναρκωμένος στο
σώμα και στην ψυχή και είμαι ανίκανος
να σου απαντήσω… σε μια ξένη πόλη αν
έκανες τα ίδια, δεν θα αργούσαν να σε
συλλάβουν σαν μάγο (γόης)
(80 a-d)
Ο Σωκράτης
να συλληφθεί σαν μάγος (γόης
ή φαρμακεύς):
ας κάνουμε υπομονή.
Η γραφή που
ο Θευθ την ανήγγειλε σαν ίαμα, σαν
ευεργετικό παρασκεύασμα, στη συνέχεια
αντιστράφηκε και καταγγέλθηκε από τον
βασιλιά, έπειτα, στη θέση του βασιλιά,
από τον Σωκράτη, σαν υπόσταση επιβλαβής
και φίλτρο της λήθης.
Αντιστρόφως,
αν και αυτό δεν είναι αμέσως αναγνώσιμο,
το κώνειο, αυτό το ποτό που στον Φαίδωνα
ποτέ δεν έχει άλλο όνομα πάρεξ φάρμακον,
παρουσιάζεται στον Σωκράτη σαν ένα
δηλητήριο, αλλά, κάτω από την επίδραση
του σωκρατικού λόγου
και τη φιλοσοφική απόδειξη του Φαίδωνα,
μεταμορφώνεται σε μέσο απολύτρωσης,
δυνατότητα της σωτηρίας και καθαρτήρια
δύναμη. Το κώνειο έχει ένα αποτέλεσμα
οντολογικό:
μυεί στη θέαση του είδους και στην
αθανασία της ψυχής. Έτσι
το παίρνει ο Σωκράτης.
Ο Αρποκρατίων
σχολιάζοντας τη λέξη φαρμακός:
“Στην
Αθήνα, δυο άνθρωποι αποπέμπονταν για
να καθαρθεί η πόλη. Αυτό γινόταν κατά
τα Θαργήλια”. Γενικώς οι φαρμακοί
θανατώνονταν.
Η ημερομηνία της τελετής είναι
αξιοσημείωτη: την έκτη μέρα του μηνός
Θαργηλιώνος. Είναι η μέρα που γεννήθηκε
εκείνος που η θανάτωσή του – και όχι
μόνον επειδή ένα φάρμακον
ήταν η άμεση αιτία της – μοιάζει με τη
θανάτωση ενός φαρμακού
του
εσωτερικού: ο Σωκράτης.
Ο Σωκράτης,
ο επονομαζόμενος φαρμακεύς
στους
διαλόγους του Πλάτωνα, ο Σωκράτης που
ενώπιον της καταγγελίας (γραφή)
που ασκήθηκε εναντίον του, αρνήθηκε να
υπερασπιστεί τον εαυτόν του, αποποιήθηκε
τη λογογραφική προσφορά του Λυσία “του
πιο ικανού από τους σύγχρονους συγγραφείς”,
που του είχε προτείνει να του ετοιμάσει
μια γραπτή απολογία, ο Σωκράτης γεννήθηκε
την έκτη μέρα του μηνός Θαργηλιώνος.
Όλη η
πλατωνική γραφή… διαβάζεται
με αφετηρία τον θάνατο του Σωκράτη,
στο εσωτερικό της κατάστασης της γραφής
που καταγγέλλεται στον Φαίδρο.
Ο εγκιβωτισμός των σκηνών είναι
αβυσσαλέος. Η φαρμακεία είναι απύθμενη.
Το φαρμακείο δεν έχει θεμέλιο.
Αλλά τι γίνεται με την κατηγορούμενη;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ:
Τι λες λοιπόν; Μήπως πρέπει να κοιτάξουμε
για κάποιον άλλον λόγο (discours)
αδελφό του προηγούμενου [του γραπτού
λόγου] και νόμιμο (αδελφόν
γνήσιον);
Να δούμε με ποιον τρόπο γίνεται και πόσο
ξεπερνάει τον άλλον στην ποιότητα και
τη δύναμη του σφρίγους του;...
ΦΑΙΔΡΟΣ:
Θέλεις να πεις ο λόγος εκείνου που ξέρει
(του ειδότος λόγον),
λόγος ζωντανός και έμψυχος (ζώντα
και έμψυχον)
του οποίου θα μπορούσαμε δίκαια να πούμε
ότι ο γραπτός λόγος είναι ένα ομoίωμα
(είδωλον);
ΣΩΚΡΑΤΗΣ:
Ακριβώς! (276a)...
ΣΩΚΡΑΤΗΣ:
Αντίθετα, αυτούς τους κήπους με χαρακτήρες
της γραφής, όπως φαίνεται, θα τους σπείρει
και θα τους γράψει για να διασκεδάσει
(παιδιάς χάριν).
Αλλά όταν του συμβεί να γράψει, είναι
ένας θησαυρός από αναμνηστικά κείμενα
(υπομνήματα) που συγκροτείται κατ’
αυτόν τον τρόπο, και για τον ίδιον, όταν
φθάσουν τα γηρατειά, η ηλικία της λήθης
και για όποιον ακολουθεί το ίδιο μονοπάτι
(ταυτόν ίχνος)…
Αυτό συμβαίνει όταν χρησιμοποιώντας
κανείς τη διαλεκτική και αφού αναλάβει
μια ψυχή που είναι κατάλληλη, φυτέψει
εκεί και σπείρει λόγους (discours)
που
τους συνοδεύει η γνώση (φυτεύη
τε και σπείρη μετ’ επιστήμης λόγους).
Λόγους οι οποίοι είναι σε θέση να δώσουν
βοήθεια (βοηθείν)
και στους εαυτούς τους και σ’αυτόν που
τους έσπειρε και οι οποίοι, αντί να είναι
στείροι, έχουν μέσα τους ένα σπέρμα από
το οποίο σε άλλους χαρακτήρες (εν
άλλοις
ήθεσι) θα
φυτρώσουν άλλοι λόγοι. Είναι σε θέση να
παρέχουν πάντα, δίχως ποτέ να φθαρεί,
το ίδιο αποτέλεσμα και να γεννήσουν σ’
εκείνον που το κατέχει τον υψηλότερο
βαθμό ευδαιμονίας που είναι δυνατόν να
έχεις ένας άνθρωπος! (276 d-277a)
Ο Πλάτων,
ενώ υποτάσσει ή καταδικάζει τη γραφή
και το παιχνίδι, έγραψε τόσο πολύ,
παρουσιάζοντας, με
αφετηρία τον θάνατο
του Σωκράτη, τα γραπτά του σαν παιχνίδια
και κατηγορώντας
το γραπτό μες στο γραπτό, καταθέτοντας
εναντίον του αυτή τη μήνυση (γραφή)
που μέχρι σήμερα δεν έπαψε ποτέ να
αντηχεί.
Κρατώντας
το φάρμακον με
το ένα χέρι, τον κάλαμον με το άλλο, ο
Πλάτων μεταγράφει το παιχνίδι των
μαγικών συνταγών μουρμουρίζοντας…
Πρέπει να σημειώσει ακόμα ετούτο. Και
να τελειώνει αυτή τη Δεύτερη Επιστολή:
“Σκέψου
τα λοιπόν και πρόσεξε μήπως κάποια μέρα
χρειαστεί να μετανοήσεις γι’αυτό που
σήμερα θα άφηνες να διαδοθεί δίχως να
το αξίζει. Η καλύτερη προφύλαξη θα είναι
να μη γράφεις, αλλά να μαθαίνεις από
στήθους...το μη
γράφειν αλλ’ εκμανθάνειν…
γιατί είναι αδύνατον τα γραπτά να μην
καταντήσουν στο τέλος δημόσιο πράγμα.
Επίσης, εγώ ο ίδιος ουδέποτε έγραψα γι’
αυτά τα ζητήματα… ουδ’
εστιν σύγγραμμα Πλάτωνος ουδ’ εσταί,
ούτε υπάρχει σύγγραμμα του Πλάτωνα ούτε
θα υπάρξει ποτέ. Ό,τι σήμερα προσδιορίζουν
με αυτό το όνομα Σωκράτους
εστιν καλού και
νέου γεγονότος… είναι του Σωκράτη από
τον καιρό της όμορφης νιότης του. Αντίο
και να με υπακούεις. Μόλις διαβάσεις
και ξαναδιαβάσεις αυτό το γράμμα,
κάψ’το”.